Κεντρικός άξονας του μαθήματος Οικονομική Ιστορία της Ελλάδας είναι η μελέτη της πορείας ανάπτυξης και μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας από τον 18ο αιώνα ως τον 21ο αιώνα, καθώς και η μελέτη των προβλημάτων και των διαδοχικών κρίσεων που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία σε αυτή την πορεία.

Διερευνώνται οι κύριοι προσδιοριστικοί παράγοντες της εξέλιξης της οικονομίας με ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των οικονομικών και πολιτικών παραμέτρων και θεσμών, καθώς και στις επιπτώσεις του διεθνούς περιβάλλοντος και της οικονομικής πολιτικής.

Η διδασκαλία του μαθήματος καλύπτει τις μακροχρόνιες τάσεις των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και τις διακυμάνσεις τους, τις τάσεις και τις μεταβολές στην παραγωγική και κοινωνική διάρθρωση, στο ρόλο του κράτους και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς και τις επιπτώσεις των διεθνών οικονομικών εξελίξεων.

Αφού περιγραφεί η εξέλιξη της οικονομίας στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, με έμφαση στην πορεία των κύριων μακροοικονομικών μεγεθών και των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών εξελίξεων από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, επικεντρωνόμαστε σε τέσσερα κεντρικά ζητήματα:

Πρώτον, στις διαρθρωτικές μεταλλάξεις τις οποίες υπέστη η ελληνική οικονομία, από μία κατά βάση γεωργική οικονομία στο 19ο αιώνα, σε μία μεταβιομηχανική οικονομία υπηρεσιών στον 21ο αιώνα.

Δεύτερον, στη σχέση μεταξύ δημοσιονομικών εξελίξεων και νομισματικής πολιτικής, τόσο σε περιόδους πολέμων, όσο και σε ειρηνικές περιόδους.

Τρίτον, στη σχέση μεταξύ ενσωμάτωσης της χώρας στο διεθνές οικονομικό και νομισματικό σύστημα, εξωτερικού δανεισμού και των περιοδικών χρηματοπιστωτικών και συναλλαγματικών κρίσεων τις οποίες βίωσε η ελληνική οικονομία.

Τέταρτον, στις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ πολιτεύματος, ποιότητας των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών και αποτελεσματικότητας του κράτους. Οι αλληλεξαρτήσεις αυτές έχουν τεράστια σημασία για τη διαδικασία του οικονομικού μετασχηματισμού και της οικονομικής ανάπτυξης.

Η ελληνική οικονομία του 19ο αιώνα ήταν κατά βάση μία μικρή και εν πολλοίς αυτάρκης οικονομία, φτωχή σε φυσικούς πόρους, με δυσκολίες στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, λόγω της μορφολογίας του εδάφους, με χαμηλή οικονομική αποτελεσματικότητα, χωρίς επαρκές κεφάλαιο και υποδομές, και, με την εξαίρεση της ναυτιλίας, όχι ιδιαίτερες δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού. Επιπλέον, οι υποδομές ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, υπήρχαν σημαντικά προβλήματα ασφάλειας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, καθώς και μεγάλη γεωγραφική απόσταση από τις μεγάλες αναπτυγμένες βιομηχανικές οικονομίες.

Για ένα φτωχό νεοσύστατο κράτος όπως ήταν η Ελλάδα μετά την ανεξαρτησία της το 1827, η δυνατότητα πρόσβασης στις διεθνείς κεφαλαιαγορές αποτελούσε ζωτική ανάγκη. Η ανεπάρκεια φυσικών πόρων και κεφαλαίων, καθώς και το χαμηλό επίπεδο των εγχώριων αποταμιεύσεων, δεν έδιναν άλλες δυνατότητες χρηματοδότησης των δαπανών και των επενδύσεων που ήταν αναγκαίες για την αποτελεσματική λειτουργία του νέου ελληνικού κράτους και την ανάπτυξη της οικονομίας του.

Στην εισαγωγική αυτή διάλεξη επισκοπούμε την πορεία της ελληνικής οικονομίας από το 1827 έως τις ημέρες μας. Επικεντρωνόμαστε στην πορεία ανάπτυξης και μετασχηματισμού της από τον 19ο αιώνα ως τον 21ο αιώνα, καθώς και στη συνοπτική αναφορά των προβλημάτων και των διαδοχικών κρίσεων που αντιμετώπισε σε αυτή την πορεία.

1.1 Από τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας στο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο

Η οικονομία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους βασιζόταν κυρίως στον πρωτογενή τομέα, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία. Σημαντικό ρόλο έπαιζαν και το εμπόριο και οι θαλάσσιες μεταφορές, αν και τα κυριότερα εμπορικά και ναυτιλιακά κέντρα του ελληνισμού βρίσκονταν εκτός της επικράτειας του νεοσύστατου κράτους. Δευτερεύοντα ρόλο έπαιζε η εξόρυξη μετάλλων και η βιοτεχνία, η οποία ήταν κυρίως οικοτεχνία.

Ήδη από το 1824 και το 1825 είχαν συναφθεί τα δύο πρώτα δάνεια της Ανεξαρτησίας στο Λονδίνο για τη χρηματοδότηση του αγώνα. Ωστόσο το προϊόν αυτών των δανείων εξανεμίσθηκε, καθώς το προϊόν τους πρώτου δανείου (ύψους 472.000 στερλινών για δάνειο ονομαστικής αξίας 800.000 στερλινών) χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση της εμφύλιας σύρραξης του 1824-25, ενώ από το προϊόν του δευτέρου δανείου (ύψους 1.1 εκατομμυρίων στερλινών για δάνειο ονομαστικής αξίας 2 εκατομμυρίων στερλινών) μόλις το ένα πέμπτο (232.558 στερλίνες) έφθασε στην Ελλάδα.

Ωστόσο, παρά τις προθέσεις των κυβερνήσεών της, η χώρα στάθηκε αδύνατο να εξυπηρετήσει αυτά τα δάνεια μετά την ανεξαρτησία της. Ήδη από το 1826 είχε υπάρξει μονομερής αναστολή της εξυπηρέτησης των δανείων της ανεξαρτησίας, η πρώτη ελληνική ‘πτώχευση’. Σε όλη την περίοδο 1827-32, η κυβέρνηση Καποδίστρια κατέβαλε προσπάθεια διακανονισμού του χρέους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οριστικός διακανονισμός των δανείων της ανεξαρτησίας επήλθε μόλις το 1879, εν όψει της επιδίωξης της Ελλάδας να συμμετάσχει στον διεθνή κανόνα χρυσού.

Η αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει τα επαχθή αυτά δάνεια μετά την ανεξαρτησία της κηλίδωσε την αξιοπιστία της στις διεθνείς κεφαλαιαγορές για αρκετά χρόνια. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπόρεσε να εξασφαλίσει νέα δάνεια ήταν με την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων, όπως συνέβη με το δάνειο των 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων το 1832, με την ευκαιρία της αναγόρευσης του Όθωνα ως Βασιλέως της Ελλάδος.

Ωστόσο η διαχείριση και αυτού του δανείου ήταν κακή, και υπήρξε μονομερής αναστολή της εξυπηρέτησής του το 1843. Αυτή ήταν η δεύτερη ‘πτώχευση’. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις που, το 1856, οδήγησαν στην επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Οριστικός διακανονισμός του χρέους επήλθε 22 χρόνια, το 1864, από την κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, μετά την αντικατάσταση του Όθωνα από τον Γεώργιο Α΄.

Η επιλογή της οικονομικής αυτάρκειας δεν ήταν ρεαλιστική για την ανάπτυξη μιας μικρής κατά βάση αγροτικής οικονομίας όπως ήταν η ελληνική. Επιδιώχθηκε, λοιπόν, από την αρχή η ενθάρρυνση του διεθνούς εμπορίου, αλλά και οικονομικοί θεσμοί και νομισματικό σύστημα που να χαρακτηρίζονται από αποτελεσματικότητα, αλλά και συμβατότητα με τα διεθνή δεδομένα, ώστε να τυγχάνουν της αναγνώρισης και της έγκρισης των εγγυητριών μεγάλων δυνάμεων και των ξένων πιστωτών του ελληνικού δημοσίου.

Η Ελλάδα μετείχε ευθύς εξαρχής στο διεθνές νομισματικό σύστημα της εποχής, αρχικά στον κανόνα αργύρου και κατόπιν στο διμεταλλισμό. Τόσο ο φοίνικας του Καποδίστρια όσο και η δραχμή του Όθωνα, τα δύο πρώτα νομίσματα της νεώτερης Ελλάδας, ορίστηκαν με βάση το περιεχόμενό τους σε άργυρο. Το 1841 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, ως μία μικτή εκδοτική και εμπορική τράπεζα κατά τα πρότυπα της Τράπεζας της Αγγλίας. Προωθήθηκαν οι εξαγωγές, κυρίως αγροτικών και μεταλλευτικών προϊόντων, ώστε να μπορεί η χώρα να χρηματοδοτεί τις αναγκαίες εισαγωγές. Για πολλά χρόνια οι ελληνικές εξαγωγές βασίζονταν σε ένα κυρίως προϊόν, τη σταφίδα. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία συνέχισε να αναπτύσσεται στην περιοχή της Μεσογείου, συνεισφέροντας σημαντικά στην ελληνική οικονομία. Πολλοί πλούσιοι ομογενείς, κυρίως έμποροι, επίσης μετέφεραν πολύτιμα κεφάλαια στην Ελλάδα.

Σε εποχές μεγάλων διαταραχών και συγκρούσεων είχαμε προσωρινή αναστολή της μεταλλικής μετατρεψιμότητας του νομίσματος και έκδοση ακάλυπτου χαρτονομίσματος, ώστε να χρηματοδοτούνται οι αυξημένες δαπάνες του ελληνικού δημοσίου. Μεταξύ 1843 και 1879, λόγω της αδυναμίας προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό, το κράτος είχε πρόσβαση μόνο στον εσωτερικό δανεισμό από την Εθνική Τράπεζα, πολιτική που συχνά οδηγούσε σε αναστολή της μετατρεψιμότητας και έκδοση ακάλυπτου χαρτονομίσματος, παρά τις συχνές αντιρρήσεις της ίδιας της Τράπεζας.

Οι δημοσιονομικές δυσχέρειες, που αντιμετώπισε ο Καποδίστριας το 1831, και η αδυναμία σύναψης εξωτερικού δανείου οδήγησαν στο πρώτο επεισόδιο αναστολής της μετατρεψιμότητας. Όταν το 1832 οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν να χορηγήσουν στην Ελλάδα ένα μεγάλο δάνειο προκειμένου να στηρίξουν τον νέο Βασιλέα Όθωνα, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή του διμεταλλισμού. Ο διμεταλλισμός θεσμοθετήθηκε με την εισαγωγή της δραχμής στις αρχές του 1833. Ωστόσο, η χρήση χρυσών νομισμάτων ήταν σπάνια. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1843, νέες δημοσιονομικές δυσχέρειες οδήγησαν την Ελλάδα στη μονομερή αναστολή της εξυπηρέτησης του δανείου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Η διεθνής νομισματική κρίση του 1848 οδήγησε στο δεύτερο βραχύβιο επεισόδιο παύσης της μετατρεψιμότητας. Η μετατρεψιμότητα της δραχμής επανήλθε το Δεκέμβριο του 1848. Στη δεκαετία 1854-1864, παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές δυσκολίες, και την απειλή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου προκειμένου να διασφαλισθεί η αποπληρωμή του χρέους, ο διμεταλλισμός επιβίωσε.

Το τέλος της δραχμής του Όθωνα συμπίπτει χρονικά με την ενθρόνιση του νέου βασιλέα Γεωργίου του Α’. Με το νόμο της 10ης Απριλίου 1867 Περί Νομισματικού Συστήματος, η Ελλάδα υπέγραψε τη συμφωνία της Λατινικής Ένωσης, αποδεχόμενη την αρχή του διμεταλλισμού και την ταύτιση της χρυσής δραχμής με το χρυσό φράγκο. Σύμφωνα με το άρθρο 23, η κοπή των νέων δραχμών επιτρεπόταν αμέσως μετά τη δημοσίευση του νόμου. Η έναρξη του νέου συστήματος ορίστηκε για την 1η Ιανουαρίου 1869. Ωστόσο, η επιβολή της αναγκαστικής κυκλοφορίας το Δεκέμβριο του 1868 για δημοσιονομικούς λόγους αφενός και οι ελλιπείς κοπές της νέας δραχμής αφετέρου ανέβαλαν την εφαρμογή του νομισματικού συστήματος της Λατινικής Ένωσης. Η υιοθέτηση του νέου συστήματος έγινε πολύ αργότερα, μόλις το Νοέμβριο του 1882, και ήταν βραχύβια.

Μετά το 1879, όταν η Ελλάδα τελικά ρύθμισε τα επαχθή Δάνεια της Ανεξαρτησίας, η χώρα επιχείρησε να ενταχθεί στον διεθνή κανόνα χρυσού. Ωστόσο, λόγω των δημοσιονομικών δυσχερειών αυτό δεν κατέστη δυνατόν πάλι, και μετά το 1882 η Ελλάδα υιοθέτησε μια πολιτική εκτεταμένου εξωτερικού δανεισμού, αλλά και έκδοσης ακάλυπτου χαρτονομίσματος, προκειμένου να χρηματοδοτεί τόσο τις αμυντικές δαπάνες της όσο και ένα πρόγραμμα βελτίωσης των υποδομών. Η περίοδος αυτή οδήγησε σε πληθωρισμό, υποτιμήσεις της δραχμής και αύξηση του εξωτερικού χρέους. Η τελική κατάληξη ήταν η τρίτη πτώχευση της ελληνικής οικονομίας, το 1893.

Μετά την πτώχευση και την ήττα στον πόλεμο του 1897, η κηδεμονία του ελληνικού νομισματικού και δημοσιονομικού συστήματος από τους ξένους πιστωτές επισημοποιήθηκε μέσω της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου. Αυτή υποχρέωσε την Ελλάδα να προσαρμόσει τα δημοσιονομικά της ελλείμματα, να σταματήσει το δανεισμό του κράτους από την Εθνική Τράπεζα και να επιδιώξει την ανατίμηση της δραχμής, ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την εισδοχή της δραχμής στον κανόνα χρυσού και την αποπληρωμή των δανείων της χώρας.

1.2 Η Διάρθρωση της Παραγωγής και των Εξαγωγών κατά το 19ο Αιώνα

Παρά τις προσπάθειες και τα δάνεια, η ταχεία ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δεν κατέστη εφικτή κατά τον 19ο αιώνα. Το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα (ΑΕΠ) το 1900 ήταν μόλις 30% υψηλότερο από το επίπεδο του 1833, εβδομήντα χρόνια πίσω. Ο μέσος ρυθμός ετήσιας μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος μεταξύ 1833 και 1900 ήταν μόλις 0,4%. Με αυτό το ρυθμό, απαιτούνται περίπου 175 χρόνια για το διπλασιασμό του κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Η οικονομία της Ελλάδος παρέμεινε μια αγροτική οικονομία σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ο αγροτικός τομέας κατά την περίοδο 1832-1871 ακολούθησε μια πορεία πολύ αργής ανάπτυξης, η οποία θα επιταχυνθεί μόνο κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η έλλειψη επενδυτικών και δανειακών κεφαλαίων στη γεωργία και τα υψηλά ημερομίσθια της εποχής, οι απαρχαιωμένες μέθοδοι καλλιέργειας και συλλογής της παραγωγής, ο κατακερματισμός και η απομόνωση των αγορών εξαιτίας της απουσίας στοιχειώδους οδικού δικτύου και της κυριαρχίας της ληστείας στην ελληνική ύπαιθρο, η σύγχυση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης και η «διανομή με το σταγονόμετρο» των εθνικών γαιών μέχρι το 1871, υπήρξαν σοβαροί ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της γεωργίας και καταδίκασαν σημαντικά τμήματα της υπαίθρου σε φαινόμενα υπανάπτυξης και οικονομικής καθυστέρησης.

Όπως σε όλη τη Μεσόγειο, έτσι και στην Ελλάδα οι κυρίαρχες καλλιέργειες ήταν τα δημητριακά, η ελιά και το αμπέλι. Από τα 7,5 εκατομμύρια στρέμματα που καλλιεργούνταν το 1861, τα 6 καταλάμβαναν τα δημητριακά, κυρίως το σιτάρι (40%) και το καλαμπόκι (22%). Στην πραγματικότητα όμως, από τα έξι αυτά εκατομμύρια στρέμματα των δημητριακών δεν καλλιεργούνταν κάθε χρόνο παρά κάτι λιγότερο από τρία, καθώς, λόγω της έλλειψης λιπάσματος για να μπορέσει η γη να παραγάγει και πάλι, έπρεπε μετά από κάθε σοδειά για ένα χρόνο να μείνει αχρησιμοποίητη. Τα υπόλοιπα 1,5 εκατομμύρια στρέμματα ήταν φυτείες, από τις οποίες το 1/3 ήταν αμπέλια και άλλο τόσο σχεδόν ελιές.
Επιπλέον, τα μικρά οικονομικά μεγέθη της χώρας, ο μικρός πληθυσμός, η περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της, η απουσία παραγωγικών μονάδων μεγάλου μεγέθους, καθήλωναν, σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, την εσωτερική εμπορική κίνηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Μόνο προς τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα δημιουργήθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις μια άξια λόγου εμπορική κίνηση, η οποία όμως, σε μεγάλο ποσοστό, τροφοδοτήθηκε από εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα.

Ωστόσο, το εμπόριο της χώρας συνδέθηκε με το εξωτερικό από πολύ νωρίς, από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Το εξωτερικό εμπόριο ήταν σχεδόν μόνιμα παθητικό για τη χώρα, η Ελλάδα δηλαδή είχε πολύ μεγαλύτερες εισαγωγές από εξαγωγές, παρουσιάζοντας ένα διαρκές έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών.

Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του εμπορίου ήταν μεγάλη. Όχι μόνο συνέβαλλε στην αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος της χώρας, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε και την πλέον αξιόπιστη πηγή εσόδων για τα δημόσια ταμεία. Τα έσοδα των τελωνείων αποτελούσαν διαχρονικά ένα σημαντικό ποσοστό των δημοσίων εσόδων.

Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου αφορούσε γεωργικά προϊόντα. Λόγω του εμπορίου αναπτύχθηκαν και μία σειρά πόλεις με φυσικά λιμάνια, όπως η Ερμούπολη της Σύρου (το πιο σημαντικό εμπορικό και αστικό κέντρο έως το 1865-70), ο Πειραιάς (που σταδιακά εξελίχθηκε στο επίκεντρο του ελληνικού εμπορίου και αργότερα της βιομηχανίας) και η Πάτρα (το λιμάνι εξαγωγής της σταφίδας).

Περισσότερο από τα 2/3 της αξίας των εξαγωγών της Ελλάδας στο 19ο αιώνα αφορούσε γεωργικά προϊόντα, ποσοστό που διαρκώς διευρύνεται όσο βαδίζουμε προς το τέλος του αιώνα.

Στην κατηγορία αυτή την πρώτη θέση είχε η σταφίδα, που από μόνη της πλησίαζε σε αξία το 50% των συνολικών εξαγωγών, για να το ξεπεράσει μετά το 1865, όταν η Ελλάδα εμφανίζεται στις διεθνείς αγορές ως χώρα σχεδόν μονοεξαγωγική. Σε κάθε περίπτωση, η σημασία του συναλλάγματος που εισέρρεε στη χώρα από τις εξαγωγές σταφίδας υπήρξε πρωταρχική για τα καχεκτικά δημόσια οικονομικά του κράτους για όλον τον 19ο αιώνα.

Εκτός από γεωργικά προϊόντα η Ελλάδα εξήγε και ορυκτά μεταλλεύματα. που από το τέλος του 19ου αιώνα πλησίαζαν το 1/5 της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Το 1866 εξάγεται για πρώτη φορά μόλυβδος, προϊόν των ορυχείων του Λαυρίου και μέχρι το 1873 η αξία του διπλασιάζεται. Άλλα ορυκτά που εξάγονταν, ήταν τα μεταλλεύματα μαγγανίου, η σμύριδα και η θηραϊκή γη.

Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αντιπροσώπευαν πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου των εξαγωγών. Σε αυτές κυριαρχούν, με συνεχείς αυξητικές τάσεις, τα επεξεργασμένα δέρματα, ένδειξη ασφαλώς της μεγάλης άνθησης του κλάδου.

1.3 Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Διχασμός και το Τέλος της Μεγάλης Ιδέας

Οι περιορισμοί που συνεπαγόταν ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος οδήγησαν την Ελλάδα να σταθεροποίησει τα δημόσια οικονομικά της. Επιπλέον, οδήγησαν σε ανατίμηση της δραχμής, η οποία εντάχθηκε στο διεθνή κανόνα χρυσού με ισοτιμία 1:1 σε σχέση με το γαλλικό φράγκο. Η Ελλάδα μπόρεσε να εκσυγχρονίσει τόσο το πολίτευμα όσο και το στράτευμα, ιδιαίτερα μετά το κίνημα στο Γουδί το 1909 και την εκλογή ως πρωθυπουργού του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1910.

Όταν το 1910 η δραχμή ενσωματώθηκε και πάλι στο διεθνή κανόνα χρυσού, οι καλύτερες μέρες αυτού του διεθνούς νομισματικού συστήματος ήταν ήδη παρελθόν. Ωστόσο, η ένταξη στον κανόνα χρυσού βοήθησε τη χώρα να συνάψει νέα δάνεια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση του στρατεύματος και τη χρηματοδότηση των Βαλκανικών πολέμων της περιόδου 1912-13.

Ο διεθνής κανόνας χρυσού ουσιαστικά κατέρρευσε με την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά η Ελλάδα, με τη βοήθεια των συναλλαγματικών περιορισμών, διατήρησε την επίφαση του έως το 1919.

Με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 η Ελλάδα αύξησε τη γεωγραφική της επικράτεια και τον πληθυσμό της κατά 70%, ενσωματώνοντας τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένης της Χίου, της Μυτιλήνης και της Σάμου. Ο πληθυσμός αυξήθηκε από 2,8 σε 4,8 εκατομμύρια. Ωστόσο, μετά τη δολοφονία του Βασιλέως Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη το 1913 και το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ακολούθησε ο εθνικός διχασμός, λόγω της διαφωνίας μεταξύ του νέου Βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄ και του πρωθυπουργού Βενιζέλου αναφορικά με τη συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο.

Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου και την εξορία του Κωνσταντίνου, με τη βοήθεια των Συμμάχων, η Ελλάδα εισήλθε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1918 και βοήθησε στην κατάρρευση του Δυτικού Μετώπου και την επικράτηση των Συμμάχων.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δόθηκαν στην Ελλάδα επιπλέον εδάφη, στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρά Ασία, γύρω από τη Σμύρνη. Ωστόσο, ακολούθησε η Μικρασιατική Εκστρατεία και η καταστροφή.

Το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα έπεσε σημαντικά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο του διχασμού. Το 1917 είχε πέσει στα $1164 (σε τιμές του 2011), ακόμη χαμηλότερα και από το 1833.

Με την κλιμάκωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας η διατήρηση του συστήματος του κανόνα χρυσού ήταν αδύνατη. Οι ξένοι πιστωτές αρνήθηκαν να παράσχουν νέα δάνεια και ο δρόμος της νομισματικής χρηματοδότησης και των αναγκαστικών δανείων από το εσωτερικό ήταν ο μόνος που απέμενε.

1.4 Πολιτική Αστάθεια, Πτώχευση και Οικονομική Ανάκαμψη

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ακολούθησε μία ακόμη περίοδος μεγάλης πολιτικής και οικονομικής αστάθειας.

Εν τέλει, οι ξένοι πιστωτές της χώρας την υποχρέωσαν και πάλι να επιδιώξει τη συμμετοχή της στο διεθνή κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Συνέδεσαν την υποχρέωση αυτή με την ίδρυση το 1928 μιας ανεξάρτητης, αμιγώς εκδοτικής, τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος.

Παρά τη διεθνή νομισματική αστάθεια της περιόδου αυτής, και τη μεγάλη διεθνή ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 1930, η Ελλάδα παρέμεινε στον κανόνα χρυσού συναλλάγματος έως το 1932, όταν μετά μία συναλλαγματική κρίση έλαβε χώρα και η τέταρτη ελληνική ‘πτώχευση’, με αναστολή της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους. Μετά ένα κύκλο υποτιμήσεων, η δραχμή συνδέθηκε το 1933 με την ομάδα χωρών που διατηρούσε τον κανόνα χρυσού, και το 1936 εντάχθηκε στη ζώνη επιρροής της στερλίνας.

Παρά την πολιτική και νομισματική αστάθεια, η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν μία περίοδος άνθησης για πρώτη φορά της βιομηχανικής δραστηριότητας, λόγω της άφιξης των προσφύγων μετά την Μικρασιατική καταστροφή, της συγκράτησης του κόστους εργασίας αλλά και της δασμολογικής προστασίας.

Μετά την πτώχευση του 1932 και έως την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη βοήθεια της δασμολογικής προστασίας και των συναλλαγματικών περιορισμών, η χώρα κατόρθωσε να διατηρήσει μια σχετική οικονομική και νομισματική σταθερότητα.

Επιπλέον, η περίοδος του μεσοπολέμου αποδείχθηκε μία περίοδος σχετικά υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης, καθώς ξεκίνησε η εκβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ 1922 και 1937, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέβηκε κατά περίπου 40% (από $2695 το 1922 σε $3800 το 1937), σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 2,3%.

1.5 Η Κατοχή και ο Εμφύλιος, 1941-1949

Τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της κατοχής σημάδευσαν βαθιά την Ελληνική οικονομία και κοινωνία. Παρά το ότι στο τέλος του πολέμου, η Ελλάδα ήταν στο στρατόπεδο των νικητών, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες του πολέμου ήταν ολέθριες.

Η κατοχή της χώρας από τα εχθρικά στρατεύματα επέφερε ολοκληρωτική καταστροφή της εθνικής οικονομίας προκαλώντας και υπερπληθωρισμό, που οδήγησε σε δραματική και άδικη αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου και εκμηδένισε την αξιοπιστία του νομισματικού συστήματος.
Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά περίπου το ένα τρίτο στην περίοδο αυτή, και το 1945 βρισκόταν χαμηλότερα ακόμη και από τα επίπεδα του 1833 (στα $1287 σε τιμές 2011).
Ανάμεσα στα άλλα δεινά που προκάλεσαν ο πόλεμος και η κατοχή, ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου μετά την απελευθέρωση του 1944. Η εμπόλεμη κατάσταση, που διήρκεσε μέχρι το 1949, ανέβαλε κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης και σταθεροποίησης της οικονομίας, και χώρισε στα δύο την ελληνική κοινωνία. Οι συνέπειές του εμφυλίου εξακολούθησαν να υφίστανται για ένα μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου.

1.6 Η Περίοδος της Ανασυγκρότησης και το Μεταπολεμικό ‘Οικονομικό Θαύμα’, 1950-1973

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου Πολέμου η Ελλάδα εντάχθηκε εξαρχής στο νέο διεθνές σύστημα που δημιουργήθηκε, έχοντας συμμετάσχει ήδη από το 1944 στη σύνοδο του Bretton Woods που καθόρισε τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας.

Η Ελλάδα απελευθέρωσε σημαντικά το διεθνές της εμπόριο και συμμετείχε ενεργά στη GATT, μειώνοντας τους δασμούς και τα άλλα εμπόδια στο διεθνές εμπόριο. Ωστόσο τόσο η ανασυγκρότηση όσο και η μετέπειτα ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε κυρίως στην υποκατάσταση των εισαγωγών και όχι τόσο στην προώθηση των εξαγωγών. Η ελληνική βιομηχανία αναπτύχθηκε θεαματικά, αλλά σε ένα περιβάλλον σχετικής προστασίας, ενώ για πολλά χρόνια υπήρχαν και σημαντικοί περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η Ελλάδα υπέγραψε τη Συμφωνία Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία όμως πάγωσε με την επικράτηση της δικτατορίας του 1967.

Σε κάθε περίπτωση για τουλάχιστον δύο δεκαετίες μετά το 1950, οι μακροοικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας ήταν μεταξύ των πιο εντυπωσιακών στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρόκειται για τη μακρύτερη περίοδο ταχείας ανάπτυξης στην οικονομική ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Μεταξύ 1954 και 1973, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε τιμές του 2011) υπερτριπλασιάστηκε, από $3316 το 1954 σε $10956 το 1973. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος σε αυτή την εικοσαετία ήταν 6,2%. Η ελληνική οικονομία μετασχηματίστηκε από μία κατά βάση αγροτική οικονομία σε μία οικονομία με μεγάλο βιομηχανικό τομέα και μεγάλο τομέα υπηρεσιών.

Επιπλέον, η περίοδος αυτή ήταν και μία περίοδος νομισματικής σταθερότητας και χαμηλού πληθωρισμού, καθώς η δραχμή παρέμεινε σταθερή έναντι το ισχυρότερου διεθνούς νομίσματος, του δολαρίου των ΗΠΑ, στην ισοτιμία 30 δραχμές ανά δολάριο.

Η θεαματική αυτή πορεία στη συνέχεια μερικώς αντιστράφηκε. Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 σταδιακά επιδεινώθηκαν, και μετά το 1981 υπήρξαν απογοητευτικές.

1.7 Οι Πετρελαϊκές Κρίσεις, η Μεταπολίτευση και η Ένταξη στην ΕΟΚ

Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας του 1967 και τη μεταπολίτευση του 1974, η Ελλάδα ξεκίνησε το 1975 διαπραγματεύσεις για πλήρη ένταξη στη Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ).

Το 1981 η χώρα εντάχθηκε ως το δέκατο μέλος της ΕΟΚ, κάτι που είχε ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της δασμολογικής προστασίας της εγχώριας παραγωγής. Επίσης η Ελλάδα συμμετείχε στο πρόγραμμα της Ενιαίας Αγοράς, απελευθερώντας ακόμη περισσότερο τις διεθνείς οικονομικές της συναλλαγές.

Ενώ η Ελλάδα συνήλθε σχετικά γρήγορα από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970, μετά τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση και την ένταξη στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η ελληνική οικονομία εισήλθε σε μια φάση παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας και υψηλού πληθωρισμού, από την οποία χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ξεφύγει. Επιπλέον, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Ελλάδα άρχισε να αντιμετωπίζει και σοβαρές περιοδικές κρίσεις στο ισοζύγιο πληρωμών.

1.8 Στασιμοπληθωρισμός, Ανεπαρκής Προσαρμογή και Ένταξη στην Ευρωζώνη, 1981-2000

Στη δεκαετία του 1980, όταν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οικοδομούσαν το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, η δραχμή παρέμεινε σε πορεία ελεύθερης πτώσης, καθώς η Ελλάδα υιοθέτησε μία χαλαρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, και ένα σύστημα ταχείας διολίσθησης της ισοτιμίας της δραχμής, προκειμένου να καλύπτει τις διαφορές πληθωρισμού, και περιοδικών εφάπαξ υποτιμήσεων.

Μετά το 1989 αναλήφθηκαν προσπάθειες μακροοικονομικής προσαρμογής, με αυστηροποίηση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά οι προσπάθειες αυτές είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Παρά τις αδυναμίες της προσαρμογής, το 2000 αποφασίστηκε η πλήρης ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ, και η δραχμή αντικαταστάθηκε με το ευρώ.

Το πρόβλημα του υψηλού πληθωρισμού αντιμετωπίστηκε στην πορεία προς την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, και δεν επανήλθε έκτοτε.

1.9 Η Ελλάδα και το Ευρώ: Από την Ευφορία στην Κρίση, 2001-2019

Ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης ανέκαμψε μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, λόγω της μείωσης των πραγματικών επιτοκίων και της συνακόλουθης αύξησης των επενδύσεων και μείωσης των αποταμιεύσεων, και το ποσοστό ανεργίας ακολούθησε μία πτωτική πορεία.

Η αύξηση των επενδύσεων και η μείωση των αποταμιεύσεων είχε όμως ως παράλληλη συνέπεια τη τεράστια διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, και την ταχεία συσσώρευση εξωτερικού χρέους.

Αν και η Ελλάδα αντιμετώπισε σχετικά ανώδυνα την πρώτη φάση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, σύντομα υπήρξε το πρώτο θύμα αυτής της κρίσης. Η Ελλάδα αντιμετώπισε μία “αιφνίδια στάση” δανεισμού από τις διεθνείς χρηματαγορές, τα πραγματικά επιτόκια ανέβηκαν υπερβολικά, και η χώρα επέλεξε να στραφεί στην “διακρατική” χρηματοδότηση των εξωτερικών της ελλειμμάτων από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (European Financial Stability Fund ή EFSF) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), με αντάλλαγμα ένα έξωθεν επιβληθέν πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής.

Έκτοτε η Ελλάδα βίωσε τη δική της μεγάλη ύφεση, με σημαντική μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και των πραγματικών μισθών, και μεγάλη άνοδο της ανεργίας. Η προσπάθεια αντιμετώπισης των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών που είχαν συσσωρευθεί, μέσω των προγραμμάτων προσαρμογής που επέβαλλε η «τρόϊκα» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είχε τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Μεταξύ 2008 και 2012, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά 20%, ενώ το ποσοστό ανεργίας ανέβηκε από το 7,8% του εργατικού δυναμικού το 2008, στο 27,5% το 2013. Παρά το ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι θετικός μετά το 2017 και το ποσοστό ανεργίας επανήλθε σε πτωτική πορεία από το 2014, η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη ανακάμψει ουσιαστικά από τη μεγάλη αυτή οικονομική και κοινωνική κρίση.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης