Το ελληνικό κράτος είναι αποτέλεσμα του αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821. Ο αγώνας ήταν συνέπεια των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών ανακατατάξεων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Οι ανακατάξεις αυτές οδήγησαν στη δημιουργία μιας μικρής αλλά δυναμικής αστικής τάξης Ελλήνων, η οποία επιζητούσε την πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία από την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία βρισκόταν τότε σε μία πορεία στρατιωτικής, γεωγραφικής, διοικητικής και οικονομικής παρακμής.

Οι επιδιώξεις των πρωτοπόρων της ανεξαρτησίας, τις οποίες σταδιακά συμμερίστηκαν όλο και περισσότεροι Έλληνες, πήραν σάρκα και οστά με την κήρυξη της επανάστασης του 1821, η οποία έτυχε διεθνούς υποστήριξης, και τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους.

Η επικράτεια του πρώτου ελληνικού κράτους ήταν ένα μικρό μόνο μέρος του ελλαδικού χώρου. Η Πελοπόννησος, μέρος της Στερεάς Ελλάδας και οι Κυκλάδες. Στη δημιουργία του ελληνικού κράτους έπαιξαν καθοριστικό ρόλο οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή η Μεγάλη Βρεταννία, η Γαλλία και η Ρωσία, οι οποίες, καθεμιά για τους δικούς τους λόγους, επεδίωκαν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η οικονομική ιστορία της Ελλάδας κατά τον 19ο αιώνα σημαδεύτηκε από την έλλειψη πόρων και την ανεπάρκεια των θεσμών του νεοσύστατου κράτους, την πολιτική αστάθεια, τα επαχθή δάνεια της Ανεξαρτησίας, τη Μεγάλη Ιδέα και τις παρεμβάσεις των Προστάτιδων Δυνάμεων.

H σύναψη του πρώτου και δεύτερου δανείου της Ανεξαρτησίας στην Αγγλία, από την προσωρινή κυβέρνηση της Επανάστασης, είχε θεωρηθεί ως επιτυχία πολύ σημαντικότερη από κάθε στρατιωτική νίκη. Χαιρετίστηκε ως η επιτυχής έναρξη «οικονομικών συμμαχιών» με τη Δυτική Ευρώπη, και κυρίως με την Αγγλία, και συνεπώς, διεθνής αναγνώριση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Τα δάνεια, όμως, των οποίων οι όροι έκδοσης ήταν ούτως ή άλλως επαχθείς, δεν χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό για τον οποίο συνομολογήθηκαν, αλλά για τη χρηματοδότηση του «υπέρ ηγεμονίας και πρωτείων αγώνα».

Η αδυναμία, αποπληρωμής του χρέους, μετά την πρώτη ‘πτώχευση’ το 1826, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της αξιοπιστίας της Ελλάδος για πολλά χρόνια.

Η ελληνική οικονομία στο 19ο αιώνα βασιζόταν στο πρωτογενή τομέα. Κατά την περίοδο 1832-1871 η γεωργία ακολούθησε μια πορεία πολύ αργής ανάπτυξης, η οποία θα επιταχυνθεί μόνο κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η έλλειψη επενδυτικών και δανειακών κεφαλαίων και τα υψηλά ημερομίσθια της εποχής, οι απαρχαιωμένες μέθοδοι καλλιέργειας και συλλογής της παραγωγής, ο κατακερματισμός και η απομόνωση των αγορών εξαιτίας της απουσίας στοιχειώδους οδικού δικτύου και της κυριαρχίας της ληστείας στην ελληνική ύπαιθρο, η σύγχυση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης και η «διανομή με το σταγονόμετρο» των εθνικών γαιών μέχρι το 1871, υπήρξαν σοβαροί ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της γεωργίας και καταδίκασαν σημαντικά τμήματα της υπαίθρου σε υπανάπτυξη και οικονομική καθυστέρηση.

Όπως σε όλη τη Μεσόγειο, έτσι και στην Ελλάδα οι κυρίαρχες καλλιέργειες ήταν τα δημητριακά, η ελιά και το αμπέλι. Από τα 7,5 εκατομμύρια στρέμματα που καλλιεργούνταν το 1861, τα 6 καταλάμβαναν τα δημητριακά, κυρίως το σιτάρι (40%) και το καλαμπόκι (22%). Στην πραγματικότητα όμως, από τα έξι αυτά εκατομμύρια στρέμματα των δημητριακών δεν καλλιεργούνταν κάθε χρόνο παρά κάτι λιγότερο από τρία, καθώς, λόγω της έλλειψης λιπάσματος, για να μπορέσει η γη να παραγάγει και πάλι έπρεπε μετά από κάθε σοδειά να μείνει αχρησιμοποίητη για ένα χρόνο . Τα υπόλοιπα 1,5 εκατομμύρια στρέμματα ήταν φυτείες, από τις οποίες το 1/3 ήταν αμπέλια και άλλο τόσο σχεδόν ελιές.

Τα μικρά οικονομικά μεγέθη της χώρας, ο μικρός πληθυσμός, η περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της, η απουσία παραγωγικών μονάδων μεγάλου μεγέθους, καθήλωναν, σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, την εσωτερική εμπορική κίνηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Μόνο προς τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα δημιουργήθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις μια άξια λόγου εμπορική κίνηση, η οποία όμως, σε μεγάλο ποσοστό, τροφοδοτήθηκε από εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα.
Ωστόσο, το εμπόριο της χώρας συνδέθηκε με το εξωτερικό από πολύ νωρίς, από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Το εξωτερικό εμπόριο ήταν σχεδόν μόνιμα παθητικό για την Ελλάδα, η οποία είχε πολύ μεγαλύτερες εισαγωγές από εξαγωγές παρουσιάζοντας ένα διαρκές έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών.

Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του εξωτερικού εμπορίου ήταν μεγάλη. Όχι μόνο συνέβαλλε στην αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος της χώρας, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε και την πλέον αξιόπιστη πηγή εσόδων για τα δημόσια ταμεία. Τα έσοδα των τελωνείων αποτελούσαν ένα σημαντικό ποσοστό των δημοσίων εσόδων.

Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου αφορούσε γεωργικά προϊόντα. Λόγω του εμπορίου αναπτύχθηκαν και μία σειρά πόλεις με φυσικά λιμάνια, όπως η Ερμούπολη της Σύρου (το πιο σημαντικό εμπορικό και αστικό κέντρο έως το 1865-70), ο Πειραιάς (που σταδιακά εξελίχθηκε στο επίκεντρο του ελληνικού εμπορίου και της βιομηχανίας) και η Πάτρα (το λιμάνι της σταφίδας).

Περισσότερο από τα 2/3 της αξίας των εξαγωγών της Ελλάδας στο 19ο αιώνα αφορούσε γεωργικά προϊόντα, ποσοστό που διαρκώς διευρύνεται όσο βαδίζουμε προς το τέλος του αιώνα.

Στην κατηγορία αυτή την πρώτη θέση είχε η σταφίδα, που από μόνη της πλησίαζε σε αξία το 50% των συνολικών εξαγωγών, για να το ξεπεράσει μετά το 1865, όταν η Ελλάδα εμφανίζεται στις διεθνείς αγορές ως χώρα σχεδόν μονοεξαγωγική. Σε κάθε περίπτωση, η σημασία του συναλλάγματος που εισέρρεε στη χώρα από τις εξαγωγές σταφίδας υπήρξε πρωταρχική για τα καχεκτικά δημόσια οικονομικά του κράτους για όλον τον 19ο αιώνα.
Εκτός από γεωργικά προϊόντα η Ελλάδα εξήγε και ορυκτά μεταλλεύματα. που από το τέλος του 19ου αιώνα πλησίαζαν το 1/5 της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Το 1866 εξάγεται για πρώτη φορά μόλυβδος, προϊόν των ορυχείων του Λαυρίου και μέχρι το 1873 η αξία του διπλασιάζεται. Άλλα ορυκτά που εξάγονταν, ήταν τα μεταλλεύματα μαγγανίου, η σμύριδα και η θηραϊκή γη.

Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αντιπροσώπευαν πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου των εξαγωγών. Σε αυτές κυριαρχούν, με συνεχείς αυξητικές τάσεις, τα επεξεργασμένα δέρματα, ένδειξη ασφαλώς της μεγάλης άνθησης του κλάδου.

Η ανάγκη πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές επέβαλε στην Ελλάδα να υιοθετήσει τα νομισματικά συστήματα των προηγμένων χωρών της Ευρώπης, στην αρχή τον κανόνα αργύρου και κατόπιν τον διμεταλλισμό. Για πενήντα περίπου χρόνια, από την ίδρυση του νεότερου Ελληνικού κράτους, το νομισματικό σύστημα βασίσθηκε σε μεταλλικά νομίσματα, στην αρχή στο φοίνικα και κατόπιν στη δραχμή. Τα μεταλλικά αυτά νομίσματα ήταν σχετικά σταθερής αξίας, αν και παράλληλα με αυτά κυκλοφορούσαν ευρέως για μεγάλο διάστημα και φθαρμένα τουρκικά και ευρωπαϊκά νομίσματα.

Το νομισματικό αυτό σύστημα, μετά και την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας το 1841, ενίσχυσε τη δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς η Εθνική δεν ενέδιδε εύκολα στις απαιτήσεις έκδοσης νέων τραπεζογραμματίων. Ωστόσο, περιοδικές δημοσιονομικές διαταραχές οδηγούσαν αναπόφευκτα σε παύσεις της μετατρεψιμότητας του νομίσματος, καθώς η πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές ήταν δύσκολη, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανείων της Ανεξαρτησίας.

Η υπονόμευση της νομισματικής σταθερότητας από δημοσιονομικές διαταραχές, λόγω και των συχνών εξωτερικών περιπετειών, δεν περιορίσθηκε στην περίοδο αυτή. Είναι ένα διαρκές χαρακτηριστικό της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, έως και τα μέσα του 20ού αιώνα. Οι λίγες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Οι δημοσιονομικές δυσχέρειες, που αντιμετώπισε ο Καποδίστριας το 1831, και η αδυναμία σύναψης εξωτερικού δανείου οδήγησαν στο πρώτο επεισόδιο παύσης της μετατρεψιμότητας, με την αθρόα έκδοση χαρτονομίσματος. Όταν το 1832 οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν να χορηγήσουν στην Ελλάδα ένα μεγάλο δάνειο προκειμένου να στηρίξουν τη μοναρχία του Όθωνα, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή του διμεταλλισμού. Ο διμεταλλισμός θεσμοθετήθηκε στις αρχές του 1833, με τη εισαγωγή της δραχμής του Όθωνα. Στη πράξη όμως κυκλοφορούσαν κυρίως αργυρά νομίσματα, καθώς το χρυσό εικοσάδραχμο εκδόθηκε σε πολύ μικρές ποσότητες.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1843, νέες δημοσιονομικές δυσχέρειες οδήγησαν την Ελλάδα στη μονομερή αναστολή της εξυπηρέτησης του δανείου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (δεύτερη ‘πτώχευση’). Η διεθνής πολιτική αστάθεια του 1848 και οι νομισματικές της επιπτώσεις οδήγησαν στο δεύτερο βραχύβιο επεισόδιο παύσης της μετατρεψιμότητας. Η μετατρεψιμότητα της δραχμής επανήλθε το Δεκέμβριο του 1848. Στη δεκαετία 1854-1864, παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές δυσκολίες και την απειλή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου προκειμένου να διασφαλισθεί η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, η μετατρεψιμότητα σε άργυρο δεν χρειάσθηκε να ανασταλεί.

Ωστόσο, το 1868, η επανάσταση της Κρήτης οδήγησε σε προσωρινή παύση της μετατρεψιμότητας, εμποδίζοντας την Ελλάδα να μετάσχει στη Λατινική Νομισματική Ένωση. Η μετατρεψιμότητα επανήλθε το 1870, αλλά η προετοιμασία για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ένωση καθυστέρησε, με συνέπεια να την προλάβουν, αφενός η κατάρρευση του διμεταλλισμού, και αφετέρου, νέες πολεμικές περιπέτειες, που οδήγησαν σε μονιμότερη αναστολή της μετατρεψιμότητας της δραχμής.

Το 1877 κηρύχθηκε πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Ο πόλεμος αυτός έδωσε στην Ελλάδα την ευκαιρία να απελευθερώσει τη Θεσσαλία και την Ήπειρο από την τουρκική κατοχή. Από την άλλη όμως, οδήγησε σε αύξηση των πολεμικών και γενικότερα των δημοσίων δαπανών.

Εξαιτίας των υψηλών αμυντικών δαπανών και της εκτέλεσης μεγάλων δημοσίων έργων για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και την ενσωμάτωση των νέων περιοχών, η χώρα αντιμετώπισε μετά το 1877 αυξημένα δημοσιονομικά προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά επιδεινώθηκαν από τις δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου εξωτερικού χρέους και σταδιακά απέκτησαν εκρηκτικές διαστάσεις. Η Ελλάδα παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο καθεστώς της αναγκαστικής κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων, ένα καθεστώς που επέτρεπε μεν την πιο άνετη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων, με αντάλλαγμα όμως τη νομισματική αστάθεια και τις πληθωριστικές πιέσεις.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η δραχμή δεν μπόρεσε να μετάσχει στον κανόνα χρυσού, που επικράτησε διεθνώς μετά την κατάρρευση του διμεταλλισμού. Ο διεθνής κανόνας χρυσού επικράτησε μετά την υιοθέτησή του από τη Γερμανία και τη σταδιακή μετατροπή του συστήματος της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης από διμεταλλικό σε οιονεί κανόνα χρυσού. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 οι πιο σημαντικές ευρωπαϊκές οικονομίες είχαν υιοθετήσει τον κανόνα χρυσού, ενώ στο τέλος της δεκαετίας τον υιοθέτησαν επίσημα και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Παρά τις προσπάθειες των ελληνικών νομισματικών αρχών, η ενσωμάτωση της δραχμής στο σύστημα αυτό στάθηκε αδύνατη, παρά την υιοθέτηση της ‘νέας’ δραχμής το 1882. Η προσπάθεια επαναφοράς της μετατρεψιμότητας το 1885 απέτυχε λόγω των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Η χώρα σταδιακά οδηγήθηκε στην τρίτη ‘πτώχευση’ το 1893 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης