Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ακολούθησε μία ακόμη περίοδος μεγάλης πολιτικής και οικονομικής αστάθειας.

Η περίοδος αυτή ξεκίνησε με επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική διαδικαδία, την κορύφωση του διχασμού με την εκτέλεση των έξι και την συνέχιση της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων με την έκδοση χαρτονομίσματος.

Εν τέλει, οι ξένοι πιστωτές της χώρας την υποχρέωσαν και πάλι να επιδιώξει τη συμμετοχή της στο διεθνή κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Συνέδεσαν την υποχρέωση αυτή με την ίδρυση το 1928 μιας ανεξάρτητης, αμιγώς εκδοτικής, τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος.

Παρά τη διεθνή νομισματική αστάθεια της περιόδου αυτής, και τη μεγάλη διεθνή ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 1930, η Ελλάδα παρέμεινε στον κανόνα χρυσού συναλλάγματος έως το 1932, όταν μετά μία συναλλαγματική κρίση έλαβε χώρα και η τέταρτη ελληνική ‘πτώχευση’, με αναστολή της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους. Μετά ένα κύκλο υποτιμήσεων, η δραχμή συνδέθηκε το 1933 με την ομάδα χωρών που διατηρούσε τον κανόνα χρυσού, και το 1936 εντάχθηκε στη ζώνη επιρροής της στερλίνας.

Παρά την πολιτική και νομισματική αστάθεια, η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν μία περίοδος άνθησης για πρώτη φορά της βιομηχανικής δραστηριότητας, λόγω της άφιξης των προσφύγων μετά την Μικρασιατική καταστροφή, της συγκράτησης του κόστους εργασίας αλλά και της δασμολογικής προστασίας.

Μετά την πτώχευση του 1932 και έως την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη βοήθεια της δασμολογικής προστασίας και των συναλλαγματικών περιορισμών, η χώρα κατόρθωσε να διατηρήσει μια σχετική οικονομική και νομισματική σταθερότητα.

Επιπλέον, η περίοδος του μεσοπολέμου αποδείχθηκε μία περίοδος σχετικά υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης, καθώς ξεκίνησε η εκβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ 1922 και 1937, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέβηκε κατά περίπου 40% (από $2695 το 1922 σε $3800 το 1937), σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 2,3%.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης