Τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της κατοχής σημάδευσαν βαθιά την Ελληνική οικονομία και κοινωνία. Παρά το ότι στο τέλος του πολέμου, η Ελλάδα ήταν στο στρατόπεδο των νικητών, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες του πολέμου ήταν ολέθριες.

Η κατοχή της χώρας από τα εχθρικά στρατεύματα επέφερε ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή της εθνικής οικονομίας προκαλώντας ένα πρωτοφανή λιμό και έναν εξίσου πρωτοφανή υπερπληθωρισμό. Η περίοδος αυτή οδήγησε σε δραματική και αυθαίρετη αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου και εκμηδένισε την αξιοπιστία του νομισματικού συστήματος.
Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά περίπου το ένα τρίτο στην περίοδο αυτή, και το 1945 βρισκόταν χαμηλότερα ακόμη και από τα επίπεδα του 1833 (στα $1287 σε τιμές 2011).

Ανάμεσα στα άλλα δεινά που προκάλεσαν ο πόλεμος και η κατοχή, ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου μετά την απελευθέρωση του 1944. Η εμφύλια σύρραξη, που διήρκεσε μέχρι το 1949, προκάλεσε τεράστιο επιπλέον κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κόστος, και επιβράδυνε την προσπάθεια σταθεροποίησης και ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Για μία ακόμη φορά η ελληνική κοινωνία χωρίστηκε στα δύο, με αρνητικές συνέπειες που εξακολούθησαν να υφίστανται για ένα μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου.

Μετά την κατοχή η χώρα είχε ανάγκη από ταχεία οικονομική ανασυγκρότηση και αποκατάσταση της νομισματικής σταθερότητας. Λόγω του εμφυλίου πολέμου και των συνεπειών του για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και την αποκατάσταση της γεωργικής παραγωγής και των συγκοινωνιών, η πορεία της νομισματικής σταθεροποίησης υπήρξε εξαιρετικά βραδεία, ενώ μεγάλες δυσκολίες συνάντησε και η γενικότερη οικονομική ανασυγκρότηση. Χρειάστηκε μία νομισματική μεταρρύθμιση και τρία διαδοχικά σταθεροποιητικά προγράμματα προκειμένου να καταπολεμηθεί ο υπερπληθωρισμός που είχε κορυφωθεί κατά το 1944.

Για μία ακόμη φορά, μετά από μία μεγάλη παγκόσμια σύρραξη, η ανασυγκρότηση της χώρας καθυστέρησε από νέες πολεμικές περιπέτειες. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο εμφύλιος. Και στις δύο περιπτώσεις, τα δημόσια οικονομικά αποσταθεροποιήθηκαν, με συνέπεια να εμποδισθεί η αποκατάσταση ενός σταθερού νομισματικού καθεστώτος και να καθυστερήσει η ανάκαμψη της οικονομίας.

Η τρίτη σταθεροποιητική προσπάθεια ξεκίνησε το 1946. Ένα από τα πιο σημαντικά ίσως στοιχεία της προσπάθειας αυτής ήταν η αύξηση της ξένης βοήθειας που επέτρεψε και τη χαλάρωση ορισμένων από τους περιορισμούς στις εισαγωγές. Με τον τρόπο αυτό, επετεύχθη ο ομαλότερος εφοδιασμός της αγοράς και έτσι συγκρατήθηκαν οι πληθωριστικές πιέσεις, αλλά κρίθηκε και το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου.

Η ξένη βοήθεια αρχικά προερχόταν από τη Βρετανία και μετά το 1947 από τις ΗΠΑ, με την εφαρμογή του δόγματος Truman. Το 1948 η Ελλάδα εντάχθηκε και στο Σχέδιο Marshall, που υλοποίησαν οι ΗΠΑ για την παροχή βοήθειας για την ανασυγκρότηση των οικονομιών της Δυτικής Ευρώπης.

Μέσω του σχεδίου Marshall, διετέθη στην Ελλάδα περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Προκειμένου να εκταμιευθεί η βοήθεια, η Ελληνική κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να συντάξει ένα τετραετές πρόγραμμα ανασυγκρότησης για την περίοδο 1948-52. Το πρόγραμμα αυτό, παρά το ότι δεν εφαρμόσθηκε παρά μόνο εν μέρει, ήταν η πρώτη ίσως προσπάθεια ολοκληρωμένου οικονομικού προγραμματισμού στην Ελλάδα.

Μέσω του σχεδίου Marshall, χρηματοδοτήθηκε η ανασυγκρότηση του κρατικού, γεωργικού και βιομηχανικού τομέα, καλύφθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και έγιναν ορισμένα βασικά έργα υποδομής.

Σε αντίθεση με τη βοήθεια που διετέθη στη χώρα αμέσως μετά την απελευθέρωση, το σχέδιο Marshall δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για τη στήριξη της κατανάλωσης.

Παρά τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, που δεν επέτρεψαν την πιο αποτελεσματική χρησιμοποίησή της, η Αμερικανική οικονομική βοήθεια έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της Ελλάδας.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης