Στο Διάγραμμα αυτό παρουσιάζεται η εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας από το 1833 έως το 2016. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετράται σε δολάρια ΗΠΑ, σε τιμές του 2011 και είναι προσαρμοσμένο για την ισοτιμία των αγοραστικών δυνάμεων. Η πηγή των στοιχείων είναι το Maddison Project.

Η οικονομία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν κατά βάση αγροτική και κτηνοτροφική, ενώ σταδιακά υπήρξε και αξιόλογη ανάπτυξη του εμπορίου, εξαιτίας του διεσπαρμένου ελληνισμού. Ο δευτερογενής τομέας της οικονομίας είχε πολύ αργή ανάπτυξη.

Επιπλέον, η αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει τα επαχθή Δάνεια της Ανεξαρτησίας και η ‘πτώχευση’ της προσωρινής διοίκησης των επαναστατημένων Ελλήνων το 1826 κηλίδωσε την αξιοπιστία της στις διεθνείς κεφαλαιαγορές για αρκετά χρόνια, και για μία μεγάλη περίοδο, ο μόνος τρόπος με τον οποίο το ελληνικό κράτος μπόρεσε να εξασφαλίσει νέα δάνεια ήταν με την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας παρουσίασε ένα μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 2%. Ωστόσο, η διαδικασία της μεγέθυνσης είχε έντονες διακυμάνσεις. Στο πρώτο μέρος αυτής της περιόδου (1834-1848) ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης ήταν μόλις 0,6%, ενώ στο δεύτερο μέρος (1849-1962) ανέβηκε στο 3,4%.

Η Ελλάδα υιοθέτησε ευθύς εξαρχής το πλέον διαδεδομένο διεθνές νομισματικό σύστημα της εποχής, τον κανόνα αργύρου. Το 1833 η Ελλάδα συνήψε ένα νέο διεθνές δάνειο ύψους 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, με την εγγύηση των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Το ίδιο έτος υιοθετήθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα και το 1841 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, ως μία μικτή εκδοτική και εμπορική τράπεζα, κατά τα πρότυπα της Τράπεζας της Αγγλίας.

Το 1843 σημειώθηκε η δεύτερη ‘πτώχευση’ της ελληνικής οικονομίας, καθώς υπήρξε αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου του 1833.

Η Ελλάδα προώθησε τις εξαγωγές, κυρίως αγροτικών προϊόντων, ώστε να μπορεί να χρηματοδοτεί τις αναγκαίες εισαγωγές.

Η εξωτερική της πολιτική σταδιακά διαμορφώθηκε στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας, στην προσπάθεια προσάρτησης περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις οποίες πλειοψηφούσαν Έλληνες.

Οι διεθνείς σχέσεις με τις Προστάτιδες δυνάμεις ήταν τεταμένες, η αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει τα διεθνή της δάνεια της είχε δημιουργήσει προβλήματα αξιοπιστίας, ενώ υπήρχε πολιτική αστάθεια και μεγάλη ανασφάλεια στην ύπαιθρο. Μεταξύ 1854 και 1857 ο Πειραιάς τελούσε υπό κατάληψη από τους Άγγλους και Γάλλους, με προφανή στόχο να υποχρεωθεί η Ελλάδα να ρυθμίσει το εξωτερικό της χρέος, αλλά κυρίως προκειμένου να εμποδισθεί να επωφεληθεί εδαφικά από τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο της Κριμαίας. Η δυσπιστία των Άγγλων και Γάλλων απέναντι στον Όθωνα, αλλά και οι εσωτερικές αντιδράσεις οδήγησαν τελικά στην έξωσή του μονάρχη το 1862.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Γεωργίου Α’ (1863-1912), ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδος ήταν μόλις 1,0%. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο έως το 1877 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης ήταν αρνητικός (-1,3%). Μεταξύ 1878 και 1912 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέκαμψε και διαμορφώθηκε στο 1,9%.

Κατά την περίοδο αυτή, οι αλλαγές και οι εξελίξεις αποκτούν δυναμική και οδηγούν τη χώρα σε σημαντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, με σημεία αναφοράς τα μεγάλα δημόσια έργα, την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της ατμοκίνητης ναυτιλίας και στην επέκταση των ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Όμως, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το φιλόδοξο αυτό πρόγραμμα των δημόσιων έργων και παρεμβάσεων, υπήρξε εκτεταμένη διεθνής δανειοδότηση της χώρας, η οποία τελικά οδήγησε στην τρίτη ‘χρεοκοπία’ της ελληνικής οικονομίας (1893) και στην υπαγωγή της υπό καθεστώς αυστηρού Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (1897).

Ο Διεθνής Οικονομικός έλεγχος οδήγησε σε μία βραχύβια ύφεση, αλλά και σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών και σε νομισματική σταθερότητα. Αυτό επέτρεψε στην Ελλάδα να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξοπλισμών.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ελληνική οικονομία έχει καλύψει μεγάλο μέρος της διαφοράς που τη χώριζε από τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, λειτουργώντας πλέον ως σημαντικός εμπορικός και στρατηγικός εταίρος της Δύσης στη Νότια Βαλκανική.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913, ο διχασμός και η συμμετοχή της Ελλάδας στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησαν σε εντυπωσιακή επέκταση των συνόρων και του πληθυσμού της Ελλάδας, αλλά και σε σημαντική πτώση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Το 1917 είχε μειωθεί μόλις στα $1164 (του 2011) από $2782 το 1911. Μια πτώση κατά 42% περίπου. Βρέθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο και από το 1833. Η ανάκαμψη υπήρξε ωστόσο ταχύτατη και το 1924, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξεπέρασε τα επίπεδα του 1911.

Στο υπόλοιπο της περιόδου του μεσοπολέμου, 1923-1938, και παρά την πολιτική αστάθεια, τη μεγάλη διεθνή ύφεση της δεκαετίας του 1930 και την ‘πτώχευση’ του 1932, ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2% περίπου, καθώς στην περίοδο αυτή ξεκίνησε και το δεύτερο κύμα εκβιομηχάνισης της ελληνικής οικονομίας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατοχή και ο εμφύλιος υπήρξαν καταστροφικές περίοδοι για την ελληνική οικονομία. Το 1945, αμέσως μετά την απελευθέρωση, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα είχε πέσει στα $1287 (σε τιμές 2011), ακόμη χαμηλότερα και από το 1833. Μια μείωση κατά 65% σε σχέση με το 1938.

Ωστόσο η ανάκαμψη υπήρξε και πάλι ταχεία, παρά την κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου μετά το 1946. Σε αυτό βοήθησε και το σχέδιο Marshall. Στο τέλος του εμφυλίου το 1949 το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ είχε διπλασιαστεί σχεδόν σε σχέση με το 1945, και βρισκόταν στα $2564 (σε τιμές 2011).

Μετά τη λήξη του εμφυλίου, τη δημοσιονομική εξυγίανση των αρχών της δεκαετίας του 1950, την υποτίμηση του 1953 και τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1954, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για ένα πραγματικό ‘οικονομικό θαύμα’. Ο μέσο ρυθμός μεγέθυνσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ 1953 και 1973 διαμορφώθηκε στο 6,8%. Το 1973 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα $10956 (σε τιμές 2011), τέσσερεις σχεδόν φορές υψηλότερο από ότι το 1952. Παράλληλα, η δραχμή παρέμεινε σταθερή απέναντι στο δολάριο για σχεδόν μια εικοσαετία και ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός.

Η περίοδος αυτή τελείωσε με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973 και το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο οδήγησε σε επιστράτευση, ύφεση και την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας που είχε εγκαθιδρυθεί με το πραξικόπημα του 1967.

Η μεταπολίτευση του 1974 οδήγησε στη δημιουργία της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, με την κατάργηση της βασιλείας μετά από δημοψήφισμα, νέο σύνταγμα και σταδιακή επούλωση των πληγών του εμφυλίου πολέμου. Το 1981 η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας).

Παρά το ότι η οικονομία ανέκαμψε μεταξύ 1975 και 1978, το 1979 η πορεία της ανεστράφη μετά τη δεύτερη διεθνή πετρελαϊκή κρίση. Από το 1980 η πορεία της χαρακτηρίστηκε από στασιμοπληθωρισμό, δημοσιονομική αποσταθεροποίηση, συνεχείς υποτιμήσεις της δραχμής και περιοδικές κρίσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλή ΑΕΠ στην περίοδο 1980-1984 διαμορφώθηκε στο 0,6%. Μετά το 1985 ο ρυθμός μεγέθυνσης ανέκαμψε. Στην περίοδο 1985-1999 ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 3,9%.

Μετά το 1990 έγιναν προσπάθειες αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας και αντιμετώπισης του υψηλού πληθωρισμού. Η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας έμεινε ωστόσο ημιτελής και εύθραυστη, λόγω της μεγάλης ανόδου του δημοσίου χρέους κατά την προηγούμενη δεκαετία. Η μείωση του πληθωρισμού και των ονομαστικών επιτοκίων επετεύχθη κυρίως λόγω της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής και την πολιτική της ‘σκληρής’ δραχμής. Ωστόσο, λόγω του μείγματος της πολιτικής, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση.

Το 2000 αποφασίστηκε η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη και η αντικατάσταση της δραχμής από το νέο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ. Αυτό οδήγησε σε άμεση μεγάλη πτώση των πραγματικών επιτοκίων, λόγω της εξάλειψης του κινδύνου υποτίμησης, μείωση των αποταμιεύσεων και άνοδο της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ διατηρήθηκε υψηλός, και στην περίοδο 2000-2008 διαμορφώθηκε στο 3,2%. Παράλληλα όμως, η διεύρυνση του ισοζυγίου επενδύσεων-αποταμιεύσεων και η επιδεινούμενη διεθνής ανταγωνιστικότητα οδήγησαν σε πρωτοφανή διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και αύξηση του εξωτερικού χρέους.

Μετά το 2010 η Ελλάδα υπήρξε το πρώτο θύμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, λόγω του υψηλού εξωτερικού της χρέους, των δημοσιονομικών της ανισορροπιών και τη αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργήσει ως δανειστής ύστατης προσφυγής. Μετά μία κρίση εμπιστοσύνης, οι αγορές απέσυραν την εμπιστοσύνη τους και το πρόγραμμα αναχρηματοδότησης του δημοσίου και εξωτερικού χρέους έμεινε μετέωρο.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υπογράψει ένα ‘μνημόνιο διάσωσης’ από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προέβλεπε χρηματοδότηση του χρέους της με όρο την υιοθέτηση ενός εμπροσθοβαρούς προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Λόγω των αδυναμιών του αρχικού προγράμματος, υπήρξαν ακόμη δύο, ένα το 2012 και ένα το 2015. Η εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών οδήγησε μεν σταδιακά στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής και εξωτερικής ισορροπίας, αλλά με κόστος τη βαθύτερη και μακρύτερη μεταπολεμική ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ 2008 και 2016 η Ελλάδα απώλεσε το 25% του συνολικού πραγματικού της ΑΕΠ, το κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 16% και η ανεργία ξεπέρασε το 25% του εργατικού δυναμικού.

Μετά το 2016 ξεκίνησε μία πορεία αναιμικής ανάκαμψης και τα προγράμματα προσαρμογής ολοκληρώθηκαν το 2018. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας στα πλαίσια της εφαρμογής του προγράμματος σταθερότητας και ανάπτυξης της ευρωζώνης.