Οι θεσμοί καθορίζουν τους κανόνες βάσει των οποίων λειτουργούν οι οργανωμένες κοινωνίες και τα κράτη. Κατά συνέπεια οι θεσμοί συντονίζουν τις κοινωνικές σχέσεις, το πολιτικό σύστημα και την οικονομία, μέσω των κινήτρων και των περιορισμών που συνεπάγονται. Επιπλέον δεσμεύουν τόσο τους φορείς όσο και τα υποκείμενα της εξουσίας ώστε η κοινωνική τους συμπεριφορά να είναι συνεπής και συμβατή με τις κοινωνικές επιδιώξεις.

Οι θεσμοί δεν είναι σταθεροί και δεδομένοι. Επηρεάζονται από τις επικρατούσες ιδεολογίες, την κοινωνική δυναμική και εξωτερικούς παράγοντες και συνεπώς υπόκεινται σε μεταβολές και μετασχηματισμούς.
Με τη σειρά τους οι θεσμικές μεταβολές και οι θεσμικοί μετασχηματισμοί επανακαθορίζουν τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Η εξέλιξη των θεσμών έχει συνεπώς ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της ιστορικής πορείας μίας χώρας.

Οι θεσμοί είναι σημαντικοί λόγω του συντονιστικού και εγγυητικού τους ρόλου και επειδή επηρεάζουν και τη δομή των οικονομικών κινήτρων. Χωρίς την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, τα άτομα δεν θα έχουν το κίνητρο να επενδύσουν σε φυσικό ή ανθρώπινο κεφάλαιο ή να υιοθετήσουν αποδοτικότερες τεχνολογίες. Οι οικονομικοί θεσμοί, όπως οι αγορές, βοηθούν στην κατανομή πόρων στις πιο αποδοτικές χρήσεις τους και καθορίζουν τη διανομή των καρπών της οικονομικής δραστηριότητας.

Όταν για παράδειγμα δεν λειτουργούν ικανοποιητικά οι αγορές, ένας βασικός οικονομικός θεσμός, τα δυνητικά κέρδη από τις οικονομικές συναλλαγές δεν αξιοποιούνται και οι πόροι κατανέμονται αναποτελεσματικά. Οι κοινωνίες με οικονομικούς θεσμούς που διευκολύνουν και ενθαρρύνουν την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, τη συσσώρευση φυσικού και ανθρωπίνου κεφαλαίου, την καινοτομία και την τεχνική πρόοδο χαρακτήριζονται από υψηλό βιοτικό επίπεδο και υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Οι κοινωνίες με οικονομικούς θεσμούς που αποθαρρύνουν την οικονομική αποτελεσμάτικοτητα και τη συσσώρευση κεφαλαίου συνήθως αυτοπαγιδεύονται σε ένα φαύλο κύκλο χαμηλού βιοτικού επιπέδου και χαμηλών ρυθμών μεγέθυνσης.

Σε μια κοινωνία υπάρχουν και τυπικοί και άτυποι θεσμοί. Οι πρώτοι είναι το σύνολο των καταγεγραμμένων κανόνων και νόμων ενώ οι δεύτεροι είναι άγραφοι κανόνες συμπεριφοράς. Η αλληλεπίδραση των δύο είναι ένα σημαντικό ζήτημα για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης.

Ο βασικότερος πολιτικός θεσμός μιας οργανωμένης πολιτείας είναι το Σύνταγμα. Αυτό καθορίζει το όρια και τους περιορισμούς της ατομικής και συλλογικής δράσης, ορίζει και προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα και καθορίζει το σύστημα διακυβέρνησης και τα της λειτουργίας των υπολοίπων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών.

Το Σύνταγμα είναι ο θεμελιώδης νόμος επάνω στον οποίο βασίζεται η διαμόρφωση ολόκληρης της νομοθεσίας μιας χώρας όσον αφορά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του πολίτη, τα όρια της κρατικής εξουσίας και την οργάνωση και τους βασικούς κανόνες λειτουργίας του κράτους.
Το σύνταγμα μπορεί να εκπονηθεί, εγκριθεί και αναθεωρηθεί από συντακτική συνέλευση (αντιπροσωπεία του λαού) ή να είναι άθροισμα νόμων ή άλλων διατάξεων που με την πάροδο του χρόνου καθίστανται θεμελιώδεις.

Το Σύνταγμα μπορεί να είναι γραπτό και συγκεκριμένο (όπως στη Γαλλία, τις ΗΠΑ και την Ελλάδα) ή ακόμη και ένα σύνολο γραπτών και άγραφων κανόνων (όπως στο Ηνωμένο Βασίλεια).

Γραπτά ή άγραφα, τα συντάγματα ερμηνεύονται διαφορετικά σε διάφορες χώρες. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες το σύνταγμα είναι γραπτό αλλά συνηθίζεται να ερμηνεύεται κατά το πνεύμα και όχι κατά το γράμμα του. Αντίθετα στο Ηνωμένο Βασίλειο το σύνταγμα θεωρείται άγραφο ενώ βασίζεται στο εθιμικό δίκαιο και διάφορα νομοθετήματα όπως η Πράξη Διαδοχής του 1701, ο Επταετής νόμος του 1716 και σε άλλους νόμους για την λειτουργία του κοινοβούλιου.

Η διαδικασία αναθεώρησης ενός συντάγματος ποικίλει από χώρα σε χώρα με διάφορους βαθμούς ασφαλιστικών δικλείδων ή δυσκολίας. Σε κάποιες χώρες όπως οι ΗΠΑ δεν γίνεται αναθεώρηση αλλά τροπολογία του Συντάγματος (amendment), για την οποία απαιτείται η έγκριση πολλών νομοθετικών σωμάτων. Σε άλλες χώρες απαιτείται απλή πλειοψηφία του κοινοβουλίου (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο), ενισχυμένη πλειοψηφία του Κοινοβουλίου (Ελλάδα) ή δημοψήφισμα (π.χ. Γαλλία).

Τα παλαιότερα παραδείγματα μορφών συντάγματος είναι οι νόμοι του Σόλωνα και του Κλεισθένη στην αρχαία Αθήνα, οι οποίοι έβαλαν τις βάσεις και οργάνωσαν το πολιτικό της σύστημα σε ένα είδος δημοκρατίας.
Ο Αριστοτέλης αργότερα μελέτησε τα διάφορα πολιτεύματα των Κρατών-πόλεων στα έργα του Πολιτικά, Ηθικά Νικομάχεια και Αθηναίων Πολιτεία και διέκρινε την διαφορά των απλών νόμων από τους νόμους που ορίζουν το πολίτευμα και την λειτουργία του κράτους.

Από τον Μεσαίωνα ένα πολύ διάσημο συμβόλαιο που όριζε τις σχέσεις μεταξύ μοναρχών, ευγενών και πολιτών, είναι η Magna Carta (Μεγάλη Χάρτα) με το οποίο ο βασιλιάς της Αγγλίας Ιωάννης παραχώρησε δικαιώματα στους φεουδάρχες ευγενείς το 1215.

Το 1620 οι Άγγλοι ‘προσκυνητές’ (pilgrims) κατευθυνόμενοι με το πλοίο Mayflower προς την Αμερική υπέγραψαν συμφωνία με την οποία δεσμεύονταν να υπακούν στους νόμους που θα εκδίδονταν για το καλό της αποικίας. Και οι υπόλοιπες αποικίες της Αμερικής ιδρύθηκαν πάνω σε παρόμοιους καταστατικούς χάρτες και μετά την Αμερικανική Επανάσταση αποτέλεσαν πολιτειακά συντάγματα επάνω στα οποία βασίστηκε η δημιουργία του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το 1791 η Γαλλική Εθνοσυνέλευση θέσπισε μια σειρά μέτρων που αποτέλεσαν το πρώτο σύνταγμα της Γαλλίας με νέα συντάγματα να δημιουργούνται το 1793, 1795 και 1799. Μετά δεν την ανατροπή του Ναπολέοντα ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ παραχώρησε σύνταγμα.

Ο επαναστατικός στρατός της Γαλλίας μεταξύ 1797-1799 ανέτρεψε διάφορα τοπικά καθεστώτα στην Ιταλία, όπου δημιουργήθηκαν δημοκρατίες που οργανώθηκαν βάση συνταγμάτων.

Στην Λατινική Αμερική οι διάφορες εκρήξεις επαναστάσεων που οδήγησαν στη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών απέβλεπαν ταυτόχρονα στην ανεξαρτησία αλλά και στην διακυβέρνηση μέσω συνταγματικών θεσμών. Το ίδιο και στην περίπτωση της Ελλάδας με την επανάσταση του 1821.

Στη διάλεξη αυτή επισκοπούμε την εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα από την εποχή του αγώνα της ανεξαρτησίας έως σήμερα.

Αναφερόμαστε στα πρώτα Συντάγματα των επαναστατημένων Ελλήνων, το Σύνταγμα του 1844, μετά το ‘Κίνημα’ της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, το Σύνταγμα του 1864 με το οποίο καθιερώθηκε η Βασιλευομένη Δημοκρατία, την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης το 1875, την αναθεώρηση του 1911, μετά το ‘Κίνημα’ στο Γουδί το 1910, τις θεσμικές επιπτώσεις του διχασμού, το Σύνταγμα του 1952 και το τελευταίο Σύνταγμα του 1975, με το οποίο καθιερώθηκε η Προεδρευμένη Δημοκρατία, και τις αναθεωρήσεις του.

Για να εξηγήσουμε την ανάδειξη και την εξέλιξη των δημοκρατικών θεσμών αναφερόμαστε στην κοινωνική και οικονομική σύνθεση και εξέλιξη του ελληνικού κράτους.

Η ανάδειξη και η εξέλιξη των δημοκρατικών θεσμών ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του γεγονότος ότι από την αρχή η ελληνική κοινωνία χαρακτηριζόταν από μεγάλο βαθμός ισότητας, καθώς πληθυσμιακά κυριαρχούσαν οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι που καλλιεργούσαν και εκμεταλλεύονταν τις εθνικές γαίες. Μεγάλες ιδιοκτησίες γης ήταν ελάχιστες, και ως εκ τούτου τόσο η οικονομική όσο και η πολιτική δύναμη των γαιοκτημόνων ήταν πολύ μικρή.

Από την άλλη, η εξέλιξη των δημοκρατικών θεσμών ευνοούσε την ανάπτυξη της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της πλειοψηφίας των αγροτών-μικροκαλλιεργητών. Αυτό οδήγησε στην πρώτη μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, με την αναδιανομή των κρατικών γαιών σε άκληρους καλλιεργητές.

Με την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881, για πρώτη φορά υπήρξε στην Ελλάδα μία εν δυνάμει ισχυρή τάξη γαιοκτημόνων, καθώς πλούσιοι Έλληνες της διασποράς πρόλαβαν και αγόρασαν από τους Οθωμανούς μεγάλες ιδιοκτησίες (τσιφλίκια). Ωστόσο, η πολιτική δύναμη των μικροκαλλιεργητών της Παλαιάς Ελλάδας απέτρεψε την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων. Από τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρξαν νέες αγροτικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των κολλήγων και των μικροκαλλιεργητών.

Το 1917 υπήρξε μία δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση που αφορούσε κυρίως τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία και μετά το 1923 υπήρξαν εκτεταμένες απαλλοτριώσεις γης και διανομή τους σε άκληρους αγρότες. Η απογραφή του 1828 έδειξε ότι το 88% του συνόλου των αγροτικών νοικοκυριών κατείχε τη γη την οποία καλλιεργούσε. Η αναδιανομή της γης και ο πολιτικός εκδημοκρατισμός εξακολούθησαν να αλληλοενισχύονται για πολλές δεκαετίες.

Η ανάδειξη των μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων οδήγησε στις αναθεωρήσεις του 1911, ενώ ο Διχασμός ανέδειξε, ανάμεσα στα άλλα, και τις αντιφάσεις του καθεστώτος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.

Το συντηρητικό Σύνταγμα του 1952 ήταν αντανάκλαση του πολιτικού καθεστώτος που επικράτησε μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, ενώ το φιλελεύθερο Σύνταγμα του 1975 ήταν αντανάκλαση της χειραφέτησης της μεσαίας τάξης που αναδείχθηκε μέσω της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης της εικοσαετίας 1953-1973.

Το πολιτικά αυταρχικό μετεμφυλιακό καθεστώς μετατράπηκε σε μία από τις πιο ανοικτές και φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης.

Η αμφίδρομη σχέση μεταξύ πολιτικών θεσμών και κοινωνικών συσχετισμών είχε και εξακολουθεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην πορεία της χώρας και της οικονομίας.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης