Το χρήμα αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς. Καθώς γίνεται αποδεκτό σε κάθε οικονομική συναλλαγή, εξαλείφει την ανάγκη για διττή σύμπτωση επιθυμιών και πλήρη πληροφόρηση των αντισυμβαλλομένων, μειώνει σημαντικά το κόστος των συναλλαγών και έτσι συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του οικονομικού συστήματος.

Μέχρι και την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο κύριος νομισματικός κανόνας για τις οικονομίες του πυρήνα της Ευρώπης, τις ΗΠΑ και άλλες αναπτυγμένες οικονομίες ήταν η μετατρεψιμότητα σε χρυσό, ή σε χρυσό και άργυρο, ενώ οι συναλλαγματικές ισοτιμίες ήταν σταθερές, ιδίως κατά την περίοδο του διεθνούς κανόνα χρυσού, 1879-1914.

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου επικράτησαν μικτά συστήματα, στα οποία υπήρχε περιορισμένη μετατρεψιμότητα σε ορισμένα κύρια διεθνή νομίσματα, όπως το δολάριο και η στερλίνα, τα οποία με τη σειρά τους ήταν σε ορισμένες περιόδους μετατρέψιμα σε χρυσό. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες για το μεγαλύτερο διάστημα του μεσοπολέμου ήταν κυμαινόμενες.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαθιδρύθηκε το σύστημα του Bretton Woods, στο οποίο όλα τα κύρια νομίσματα ήταν μετατρέψιμα σε δολάρια σε σταθερές ισοτιμίες, και το δολάριο ήταν με τη σειρά του μετατρέψιμο σε χρυσό σε σταθερή τιμή. Η μετατρεψιμότητα όμως των νομισμάτων ήταν περιορισμένη για μεγάλο διάστημα και ίσχυε μόνο μεταξύ τραπεζών και για τρέχουσες συναλλαγές. Αναγνωριζόταν εξάλλου ρητά η δυνατότητα μεταβολής των ισοτιμιών σε περιπτώσεις «ουσιαστικών» ανισορροπιών.

Το σύστημα του Bretton Woods κατέρρευσε το 1973, μετά από μία σειρά κρίσεων, και έκτοτε το διεθνές νομισματικό σύστημα βασίζεται σε κυμαινόμενες ισοτιμίες και σε κανόνα χαρτονομίσματος, χωρίς καμμία σύνδεση με πολύτιμα μέταλλα όπως ο άργυρος και ο χρυσός.

Ωστόσο, στην Ευρώπη υπήρξαν σημαντικές προσπάθειες νομισματικής συνεργασίας, αρχικά με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και αργότερα με τη δημιουργία της Ευρωζώνης.

Η εξέλιξη του ελληνικού νομισματικού συστήματος επηρεάσθηκε τόσο από τις παγκόσμιες νομισματικές εξελίξεις, όσο και από τις δημοσιονομικές διαταραχές που προκαλούσαν οι συχνές εξωτερικές κρίσεις και πολεμικές αναστατώσεις, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας.

Το 1828, όταν δημιουργήθηκε το πρώτο νόμισμα του νεότερου ελληνικού κράτους, ο φοίνικας του Καποδίστρια, στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο επικρατούσε ο διμεταλλισμός. Κάποιες χώρες βρίσκονταν στον κανόνα χρυσού και κάποιες στον κανόνα αργύρου. Το νομισματικό σύστημα της νεότερης Ελλάδας ορίστηκε στη βάση του κανόνα αργύρου, αν και τα περισσότερα νομίσματα που κυκλοφόρησαν ήταν χάλκινα μικρής αξίας. Ο φοίνικας δεν μπόρεσε να επικρατήσει και τα ελληνικά νομίσματα κυκλοφορούσαν παράλληλα με σειρά άλλων ξένων νομισμάτων. Οι δημοσιονομικές δυσχέρειες, που αντιμετώπιζε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, προκάλεσαν την πρώτη παύση της μετατρεψιμότητας του νομίσματος στα μέσα του 1831, και την έκδοση χαρτονομίσματος. Η δολοφονία του Καποδίστρια έδωσε τη χαριστική βολή και στο φοίνικα.

Το 1833, μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας του Όθωνα, εισήχθη η δραχμή, η οποία δανείσθηκε το όνομά της από ένα νόμισμα της αρχαίας Αθήνας. Το νέο ελληνικό νομισματικό σύστημα ήταν στη σύλληψη διμεταλλικό, αλλά στην πράξη δεν κυκλοφόρησαν παρά ελάχιστα χρυσά νομίσματα. Η δραχμή άρχισε να επιβάλλεται σταδιακά στις εγχώριες συναλλαγές, καθώς απαγορεύτηκε ρητά η αποδοχή τουρκικών νομισμάτων από τα δημόσια ταμεία. Το νομισματικό σύστημα σταδιακά επεκτάθηκε, και το 1841, μετά από πολυετείς προσπάθειες, ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο κανόνας αργύρου επικράτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μολονότι υπήρχαν και μικρά διαστήματα παύσης της μετατρεψιμότητας, όπως στην παγκόσμια νομισματική κρίση του 1848 και στην επανάσταση της Κρήτης το 1868. Παράλληλα προχωρούσε ο εκχρηματισμός της οικονομίας, με αύξηση της ζήτησης χρήματος, όπως φαίνεται στο επισυναπτόμενο Διάγραμμα.

Υπό την πίεση των ξένων πιστωτών της, η Ελλάδα υπέγραψε το 1867 τη συμφωνία της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης (ΛΝΕ), αποδεχόμενη την ταύτιση της χρυσής δραχμής με το χρυσό γαλλικό φράγκο. Ωστόσο, η επανάσταση της Κρήτης το 1868 και ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1877-78 απέτρεψαν την ένταξη της δραχμής στη Λατινική Νομισματική Ένωση, καθώς για μία ακόμη φορά, η Ελλάδα αναγκάστηκε το 1877 να προχωρήσει σε μονιμότερη παύση της μεταλλικής μετατρεψιμότητας.

Η παύση της μετατρεψιμότητας διατηρήθηκε για παραπάνω από 30 χρόνια. Μόλις το 1909 μπόρεσε η Ελλάδα να προσχωρήσει πλήρως στο διεθνή κανόνα χρυσού, που είχε εν τω μεταξύ υιοθετηθεί και από τη Λατινική Νομισματική Ένωση.

Ένας από τους κυριότερους λόγους για τις παύσεις της μετατρεψιμότητας του νομίσματος και τις ‘πτωχεύσεις’ ήταν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων της ανεξαρτησίας και η πρώτη ‘πτώχευση’ του 1826, ήταν αποτέλεσμα τόσο των επαχθών όρων των δανείων, όσο και των δημοσιονομικών αδυναμιών της Προσωρινής Διοίκησης των επαναστατημένων Ελλήνων.

Η αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου των 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων του 1833, και η δεύτερη ‘πτώχευση’ από την κυβέρνηση του Όθωνα το 1843, ήταν επίσης αποτέλεσμα δημοσιονομικών δυσχερειών.

Η επιδείνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, εξαιτίας της αύξησης τόσο των αμυντικών δαπανών όσο και των δαπανών για επενδύσεις υποδομών μετά το 1877 οδήγησε είτε σε υπέρμετρο εσωτερικό δανεισμό και έκδοση χαρτονομίσματος , είτε σε υπέρμετρο εξωτερικό δανεισμό, με επαχθείς όμως όρους.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου από την τουρκική κατοχή, που επετεύχθη κατά τη διάρκεια του Ρωσο-τουρκικού πολέμου του 1877-78, κατέστησε αναγκαία τη διατήρηση υψηλών αμυντικών δαπανών, καθώς δημιουργήθηκε κατάσταση έντασης με την Τουρκία. Επίσης, δημιούργησε την ανάγκη αύξησης των δημοσίων δαπανών για την ανασυγκρότηση των δύο νέων επαρχιών. Οι αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες δεν επέτρεψαν την επιτυχή επαναφορά της μεταλλικής μετατρεψιμότητας του νομίσματος.

Ο εκτεταμένος κρατικός εξωτερικός δανεισμός της περιόδου που ακολούθησε, επέτεινε τα δημοσιονομικά προβλήματα. Ο εξωτερικός δανεισμός γινόταν όλο και πιο δύσκολος, σε μία εποχή που η Ελλάδα είχε ξεκινήσει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δαπανών για την αναβάθμιση των οικονομικών της υποδομών.

Το 1893 η κυβέρνηση Τρικούπη κήρυξε την τρίτη ‘πτώχευση’, λόγω αδυναμίας της χώρας να εξυπηρετήσει τα εξωτερικά δάνεια.

Μετά την πτώχευση και την ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία στον πόλεμο του 1897, ακολούθησε η εγκαθίδρυση της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου. Η επιτροπή αυτή, που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των ξένων δανειστών της χώρας, επέβαλε μία μακρά περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής και αποπληθωρισμού, κάτι που επέτρεψε την ανατίμηση της ισοτιμίας της δραχμής μέχρι το άρτιο, και την υιοθέτηση του κανόνα χρυσού-συναλλάγματος το 1910.

Παρά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δραχμή παρέμεινε στον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος έως και το 1919, με τη βοήθεια κυρίως των συναλλαγματικών περιορισμών που γενικεύθηκαν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η αρχή της δεκαετίας του 1920 βρίσκει την πολιτικά διχασμένη Ελλάδα να έχει ξεκινήσει την εκστρατεία στη Μικρά Ασία και να αναγκάζεται να χρηματοδοτεί τις πολεμικές δαπάνες με έκδοση ακάλυπτου χαρτονομίσματος. Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, οι Σύμμαχοι αρνούνται να της παράσχουν οικονομική βοήθεια. Ακολουθούν μέτρα απελπισίας που ισοδυναμούν με πτώχευση, όπως η έκδοση του αναγκαστικού δανείου μέσω της διχοτόμησης των χαρτονομισμάτων το Μάρτιο του 1922.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ακολουθεί μία νέα πολιτική και νομισματική κρίση. Η κρίση συνεχίζεται έως το 1926, όταν σχηματίσθηκε η οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Καθώς η Ελλάδα χρειάζεται νέα δάνεια από το εξωτερικό, τίθεται και πάλι υπό την κηδεμονία των πιστωτών της, που αυτή τη φορά συστήνουν τη δημιουργία ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας, επιφορτισμένης με τη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύεται το 1928 και η δραχμή εντάσσεται στο διεθνή κανόνα χρυσού-συναλλάγματος.

Μετά τη μεγάλη διεθνή ύφεση του 1929 και τις διεθνείς οικονομικές και νομισματικές διαταραχές της δεκαετίας του 1930, ακολουθεί η τέταρτη ‘πτώχευση’ του 1932 και η έξοδος της δραχμής από τον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος.

Στο υπόλοιπο της περιόδου του μεσοπολέμου η Ελλάδα, με τη βοήθεια εμπορικών και συναλλαγματικών περιορισμών, κατόρθωσε να διατηρήσει σχετική νομισματική σταθερότητα έως την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η περίοδος της Κατοχής, 1941-44, προκάλεσε τη μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Φυσικό επακόλουθο της καταστροφικής πορείας της οικονομίας ήταν η πλήρης κατάρρευση του νομισματικού συστήματος. Η αξία της δραχμής εκμηδενίστηκε, καθώς η νομισματική χρηματοδότηση χρησιμοποιήθηκε αλόγιστα για τις δαπάνες των στρατευμάτων κατοχής, σε μία περίοδο που η οικονομική δραστηριότητα είχε επίσης καταρρεύσει.

Οι προσπάθειες οικονομικής ανασυγκρότησης και νομισματικής μεταρρύθμισης μετά την απελευθέρωση καθυστέρησαν λόγω των αναποτελεσματικών διακυβερνήσεων στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια καθώς και λόγω του εμφυλίου πολέμου.

Μόνο μετά το 1952 άρχισε να αποκαθίσταται η νομισματική σταθερότητα, που ενισχύθηκε μετά την υποτίμηση του 1953 και τη σύνδεση της δραχμής με το δολάριο των ΗΠΑ και τον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος του Bretton Woods. Ωστόσο, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο νόμισμα χρειάστηκε τουλάχιστον μία δεκαετία.

Μετά τη σύνδεση της δραχμής με το δολάριο και τον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος του Bretton Woods. ακολούθησε μία περίοδος πρωτοφανούς για την Ελλάδα οικονομικής ανάπτυξης, που συνδυάστηκε με επίσης πρωτοφανή για τη διάρκειά της νομισματική σταθερότητα. Για είκοσι χρόνια, από το 1954 έως το 1973, η Ελλάδα γνώρισε ετήσιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ της τάξεως του 7%, σε συνδυασμό με ρυθμούς πληθωρισμού χαμηλότερους από 4%.

Η περίοδος αυτή διεκόπη μετά την υιοθέτηση του συστήματος των κυμαινόμενων ισοτιμιών διεθνώς. Η Ελλάδα από το 1975 επέλεξε το καθεστώς της διευθυνόμενης διολίσθησης της ισοτιμίας της δραχμής, σε μία περίοδο γενικότερης διεθνούς αλλά και εσωτερικής θεσμικής αναταραχής.
Η δημοσιονομική, εισοδηματική και νομισματική αστάθεια που επικράτησε μετά το 1980, οδήγησε σε υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατόν να αποφευχθεί η σημαντική επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω στη δεκαετία του 1980 λόγω της προσπάθειας αναδιανομής του εισοδήματος μέσω δημόσιου δανεισμού.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 επιχειρήθηκε η αντιστροφή των δυσμενών δημοσιονομικών τάσεων και η επιβολή μεγαλύτερης νομισματικής πειθαρχίας. Στόχος, για μια ακόμη φορά, η ενσωμάτωση της Ελλάδας στο διεθνές νομισματικό σύστημα, μέσω συμμετοχής στη ζώνη του ευρώ.

Η Ελλάδα κατόρθωσε να γίνει μέρος της ζώνης του ευρώ το 2001, δύο χρόνια αργότερα από τα αρχικά έντεκα μέλη, εκπληρώνοντας οριακά τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ, μόλις το 1999, έναντι του 1997 που ήταν η χρονιά εκπλήρωσής τους για τους υπόλοιπους έντεκα.

Η Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρωζώνη χωρίς να έχει ουσιαστικά αντιμετωπίσει ούτε το δημοσιονομικό της πρόβλημα ούτε το σημαντικό έλλειμμα διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Το τελευταίο μάλιστα επιδεινώθηκε λόγω της πολιτικής της σύγκλισης.

Στην περίοδο της σύγκλισης, 1990-1999, η ελληνική οικονομία παρέμενε μια οικονομία με χαμηλή και επιδεινούμενη διεθνή ανταγωνιστικότητα και μεγάλες δημοσιονομικές ανισορροπίες, αλλά κατάφερε να δαμάσει τον πληθωρισμό και να επιβραδύνει την αύξηση του δημόσιου χρέους, ως ποσοστού του ΑΕΠ.

Λίγοι έδειχναν να ανησυχούν εν μέσω της ευφορίας που είχε δημιουργηθεί με την ένταξη στην ευρωζώνη. Ωστόσο, η υιοθέτηση του ευρώ ανέδειξε και τους μεγάλους κινδύνους από την ατελή δημοσιονομική και διαρθρωτική προσαρμογή και τη χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Μετά μία δεκαετία μακροοικονομικής ευφορίας, βασισμένης στον εξωτερικό δανεισμό, η Ελλάδα το 2010 υπήρξε η πρώτη οικονομία στην ευρωζώνη που αντιμετώπισε μία ‘στάση’ δανεισμού από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Αυτό προκάλεσε τη μεγαλύτερη και βαθύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση, με την εφαρμογή τριών διαδοχικών προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής.