Η συμμετοχή στην παγκόσμια οικονομία, η απελευθέρωση των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, χρήματος και κεφαλαίου δεν φαίνεται να εμποδίζουν τη διαδικασία της ανάπτυξης. Το αντίθετο. Τόσο οι “ασιατικές τίγρεις”, όσο και οι οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας ακολούθησαν μία στρατηγική εξωστρέφειας, ελεύθερου εμπορίου και απελευθέρωσης των αγορών και της κίνησης κεφαλαίων, με ιδιαίτερα θετικά μακροχρόνια αποτελέσματα.

Ωστόσο, καμμία σχεδόν από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν μπόρεσε να αποφύγει περιοδικές κρίσεις εξωτερικού χρέους.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό όλων των αναπτυσσομένων οικονομιών είναι ότι οι εσωτερικές τους αποταμιεύσεις συχνά δεν επαρκούν για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών ευκαιριών που ανακύπτουν σε αυτές. Για το λόγο αυτό, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως άλλωστε και οι αναπτυγμένες, συχνά καταφεύγουν σε δανεισμό από τις διεθνείς χρηματαγορές και κεφαλαιαγορές. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις αναπτυγμένες οικονομίες, ο δανεισμός των αναπτυσσόμενων οικονομιών είναι συνήθως σε ξένο συνάλλαγμα, και όχι στο δικό τους νόμισμα.

Αυτό το διαχρονικό εμπόριο συνεπάγεται ελλείμματα στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών τους και συσσώρευση εξωτερικού χρέους, είτε ιδιωτικού, είτε δημοσίου. Στο βαθμό που το εξωτερικό χρέος αυξάνεται με ρυθμό μικρότερο από τα διεθνή επιτόκια, η χώρα ικανοποιεί το διαχρονικό εισοδηματικό της περιορισμό, εξυπηρετεί το χρέος της, και το εξωτερικό χρέος είναι βιώσιμο.

Ωστόσο, ο υψηλός εξωτερικός δανεισμός σε ξένο συνάλλαγμα κάνει μια οικονομία πιο ευάλωτη αν αλλάξουν οι συνθήκες, ή ακόμη και οι προσδοκίες στις διεθνείς αγορές. Αν οι αγορές αρχίζουν να θεωρούν ότι μία χώρα μπορεί να μην είναι σε θέση να συνεχίσει να εξυπηρετεί το εξωτερικό της χρέος, δηλαδή να χρεοκοπήσει, μπορούν, με το να σταματήσουν να τη χρηματοδοτούν, να προκαλέσουν, ή να επισπεύσουν μία κρίση χρέους, με το ίδιο τρόπο που συμβαίνει και με τις κρίσεις στα καθεστώτα σταθερών ισοτιμιών. Δάνεια σε συνάλλαγμα ή ομόλογα σε συνάλλαγμα τα οποία λήγουν δεν ανανεώνονται, ή οι διεθνείς αγορές προκαλούν άνοδο του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους σε ξένο συνάλλαγμα.

Οι κρίσεις χρέους μπορεί να οφείλονται σε θεμελιώδεις παράγοντες, αλλά σχεδόν πάντα έχουν και ένα στοιχείο αυτοεκπληρούμενης προσδοκίας. Επιπλέον, οι κρίσεις χρέους σπανίως περιορίζονται σε μία μόνο αναπτυσσόμενη οικονομία, αλλά συχνά μεταδίδονται και σε άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Όταν ξεσπάσει μία κρίση χρέους, πολύ συχνά η χώρα υποχρεούται να αθετήσει τους όρους των δανειακών της συμβάσεων και να πάψει να εξυπηρετεί τα δάνειά της. Τα οφέλη από το διαχρονικό εμπόριο δεν υπάρχουν παρά μόνο στην περίπτωση που οι δανειστές έχουν τη βεβαιότητα ότι οι δανειζόμενοι θα εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους.

Ένα δάνειο είναι σε καθεστώς αθέτησης (state of default) στην περίπτωση που ο δανειζόμενος, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του δανειστή, δεν πληρώνει μία ή περισσότερες δόσεις σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης.

Η ιστορία του δανεισμού σε αναπτυσσόμενες οικονομίες έχει πολλά παραδείγματα τέτοιων κρίσεων χρέους που οδηγούν τα δάνεια των χωρών αυτών σε καθεστώς αθέτησης.

Όλες οι κρίσεις εξωτερικού χρέους έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.

Πρώτον, να έχει προηγηθεί μία περίοδος παρατεταμένων ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και αύξησης του εξωτερικού χρέους της χώρας. Δεύτερον, ένα γεγονός που μεταβάλλει τις συνθήκες ή τις προσδοκίες στις διεθνείς χρηματαγορές και κεφαλαιαγορές. Τρίτον, η χώρα να έχει περιορισμένα συναλλαγματικά διαθέσιμα και να έχει επιλέξει ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πως μπορεί μία χώρα να θωρακισθεί απέναντι σε μία ενδεχόμενη κρίση. Η εμπειρία από τις πρόσφατες κρίσεις συνιστά ότι έχουν πολύ μεγάλη σημασία τα χαμηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη, η διαφάνεια και η αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και η αποφυγή παρατεταμένων ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μέσω της κατάλληλης μακροοικονομικής πολιτικής. Αν μία χώρα θέλει να συνδυάσει ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων με σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, θα πρέπει να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις διατήρησης της ισοτιμίας, με επαρκή συναλλαγματικά διαθέσιμα, εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης σε περίπτωση διαταραχών και μεγαλύτερη εξάρτηση από άμεσες ξένες επενδύσεις ή επενδύσεις χαρτοφυλακίου σε σχέση με τον εξωτερικό δανεισμό.

Ωστόσο, η απόλυτη θωράκιση μιας οικονομίας δεν είναι πάντοτε εφικτή, λόγω του ότι πολλές φορές οι κρίσεις οφείλονται σε αυτοεκπληρούμενες μεταβολές στις προσδοκίες στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και χρηματαγορές, ή σε μετάδοση κρίσεων από άλλες οικονομίες.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης