Στο διάγραμμα που ακολουθεί παρουσιάζεται η εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας από το 1833 έως το 2020.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετράται σε δολάρια ΗΠΑ, σε τιμές του 2011, και είναι προσαρμοσμένο για την ισοτιμία των αγοραστικών δυνάμεων. Πηγή των στοιχείων είναι το Maddison Project (1833-2016) και η μακροοικονομική βάση AMECO της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2017-2020).

Η οικονομία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν κατά βάση αγροτική και κτηνοτροφική, ενώ σταδιακά υπήρξε και αξιόλογη ανάπτυξη του εμπορίου, με τη συμβολή και του ελληνισμού της διασποράς. Ο δευτερογενής τομέας της οικονομίας είχε πολύ αργή ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα. Οι βάσεις για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους τέθηκαν επί του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στην περίοδο 1827-1831. Όμως, οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε ο Καποδίστριας και ο αυταρχικός τρόπος διακυβέρνησής του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό και τελικά στη δολοφονία του το 1831.

Επιπλέον, η αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει τα επαχθή Δάνεια της Ανεξαρτησίας και η ‘πτώχευση’ της προσωρινής διοίκησης των επαναστατημένων Ελλήνων το 1826 είχε κηλιδώσει την αξιοπιστία της στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και για αρκετά χρόνια το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τους απαιτούμενους πόρους μέσω διεθνούς δανεισμού. Νέο δάνειο εξασφαλίσθηκε μόλις το 1833, με την εγγύηση των Προστάτιδων Δυνάμεων, της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, εν όψει της εγκατάστασης του Βαυαρού Πρίγκηπα Όθωνα ως Βασιλέα της Ελλάδος.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας παρουσίασε ένα μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 2%. Ωστόσο, η διαδικασία της μεγέθυνσης είχε έντονες διακυμάνσεις. Στο πρώτο μέρος αυτής της περιόδου (1834-1848) ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης ήταν μόλις 0,6%, ενώ στο δεύτερο μέρος (1849-1962) ανέβηκε στο 3,4%.

Η Ελλάδα υιοθέτησε ευθύς εξαρχής το πλέον διαδεδομένο διεθνές νομισματικό σύστημα της εποχής, τον κανόνα αργύρου, με τη δημιουργία του φοίνικα του Καποδίστρια, ενός αργυρού νομίσματος. Ωστόσο, λόγω έλλειψης πόρων, η μετατρεψιμότητα του φοίνικα σε άργυρο ανεστάλη πολύ γρήγορα.

Το 1833 η Ελλάδα συνήψε ένα νέο διεθνές δάνειο ύψους 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, με την εγγύηση των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Το ίδιο έτος υιοθετήθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα και το 1841 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, ως μία μικτή εκδοτική και εμπορική τράπεζα, κατά τα πρότυπα της Τράπεζας της Αγγλίας. Ωστόσο, το 1843 σημειώθηκε η δεύτερη ‘πτώχευση’ της ελληνικής οικονομίας, καθώς υπήρξε αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου του 1833.

Προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί να χρηματοδοτεί τις αναγκαίες εισαγωγές, προωθήθηκαν οι εξαγωγές, κυρίως αγροτικών προϊόντων, όπως η σταφίδα.

Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας σταδιακά διαμορφώθηκε στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας, στην προσπάθεια προσάρτησης περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις οποίες πλειοψηφούσαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί. Ωστόσο, η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας απαιτούσε σημαντικούς πόρους για στρατιωτικές δαπάνες και είχε σημαντικές αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις.

Λόγω και της Μεγάλης Ιδέας, οι σχέσεις με τις Προστάτιδες δυνάμεις ήταν κατά περιόδους τεταμένες, ενώ η αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει τα διεθνή της δάνεια συντηρούσε τα προβλήματα αξιοπιστίας της έναντι των διεθνών επενδυτών. Παράλληλα υπήρχε πολιτική αστάθεια και μεγάλη ανασφάλεια στην ύπαιθρο λόγω της ληστείας και της πειρατίας.

Μεταξύ 1854 και 1857 ο Πειραιάς τελούσε υπό κατάληψη από τους Άγγλους και τους Γάλλους, με προφανή στόχο να υποχρεωθεί η Ελλάδα να ρυθμίσει το εξωτερικό της χρέος, αλλά κυρίως προκειμένου να εμποδισθεί να επωφεληθεί εδαφικά από τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο της Κριμαίας. Η δυσπιστία των Άγγλων και Γάλλων απέναντι στον Όθωνα, αλλά και οι εσωτερικές αντιδράσεις στον αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησής του οδήγησαν τελικά στην έξωσή του μονάρχη το 1862.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Γεωργίου Α’ (1863-1912), ενός Δανού πρίγκηπα ο οποίος επελέγη από τις Προστάτιδες Δυνάμεις για να διαδεχθεί τον Όθωνα, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδος ήταν μόλις 1,0%. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο έως το 1877 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης ήταν αρνητικός (-1,3%). Μεταξύ 1878 και 1912 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέκαμψε και διαμορφώθηκε στο 1,9%.

Κατά την περίοδο αυτή, οι αλλαγές και οι εξελίξεις αποκτούν δυναμική και οδηγούν τη χώρα σε σημαντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, με σημεία αναφοράς τα μεγάλα δημόσια έργα, την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της ατμοκίνητης ναυτιλίας και στην επέκταση των ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά είχε η οικονομική πολιτική του Χαριλάου Τρικούπη.

Όμως, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημόσιων έργων και παρεμβάσεων, υπήρξε εκτεταμένη διεθνής δανειοδότηση της χώρας, η οποία τελικά οδήγησε στην τρίτη ‘χρεοκοπία’ της ελληνικής οικονομίας (1893) και στην υπαγωγή της υπό καθεστώς αυστηρού Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (1897).

Ο Διεθνής Οικονομικός έλεγχος οδήγησε σε μία σχετικά βραχύβια ύφεση την ελληνική οικονομία, αλλά και στη δημοσιονομική και νομισματική σταθεροποίηση. Αυτό επέτρεψε την εκ νέου πρόσβαση της χώρας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ελληνική οικονομία κάλυψε μεγάλο μέρος της διαφοράς που τη χώριζε από τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, λειτουργώντας πλέον ως σημαντικός εμπορικός και στρατηγικός εταίρος της Δύσης στη Νότια Βαλκανική.

Στην περίοδο μέχρι το 1911, η Ελλάδα μπόρεσε να συνάψει νέα δάνεια ώστε να εκσυγχρονίσει το στρατό και να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξοπλισμών. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν ο Γεώργιος Θεοτόκης (Πρωθυπουργός 1905-1909) και ο Ελευθέριος Βενιζέλος (Πρωθυπουργός 1910-1915). Λόγω της πολιτικής τους, η χώρα εισήλθε στους Βαλκανικούς Πολέμους κατάλληλα προετοιμασμένη.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913, ο διχασμός και η συμμετοχή της Ελλάδας στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησαν σε εντυπωσιακή επέκταση των συνόρων και του πληθυσμού της Ελλάδας, αλλά και σε σημαντική πτώση στο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Το 1917 αυτό είχε μειωθεί μόλις στα $1164 (σε τιμές του 2011) από $2782 το 1911. Μια πτώση κατά 42% περίπου. Βρέθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο και από το 1833. Η ανάκαμψη υπήρξε ωστόσο ταχεία και το 1924, παρά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ξεπέρασε τα επίπεδα του 1911.

Στο υπόλοιπο της περιόδου του μεσοπολέμου, 1923-1938, και παρά την πολιτική αστάθεια, τη μεγάλη διεθνή ύφεση της δεκαετίας του 1930 και την ‘πτώχευση’ του 1932, ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2% περίπου. Στην περίοδο αυτή ξεκίνησε και το δεύτερο κύμα εκβιομηχάνισης της ελληνικής οικονομίας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατοχή και ο εμφύλιος υπήρξαν καταστροφικές εξελίξεις για την ελληνική οικονομία. Το 1945, αμέσως μετά την απελευθέρωση, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα είχε πέσει στα $1287 (σε τιμές 2011), ακόμη χαμηλότερα και από το 1833. Μια μείωση κατά 65% σε σχέση με το 1938.

Ωστόσο η ανάκαμψη υπήρξε και πάλι ταχεία, παρά την κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου μετά το 1946. Σε αυτό βοήθησε και το σχέδιο Marshall. Στο τέλος του εμφυλίου το 1949 το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ είχε διπλασιαστεί σχεδόν σε σχέση με το 1945, και βρισκόταν στα $2564 (σε τιμές 2011).

Μετά τη λήξη του εμφυλίου, τη δημοσιονομική εξυγίανση των αρχών της δεκαετίας του 1950, την υποτίμηση του 1953 και τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1954, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για ένα πραγματικό ‘οικονομικό θαύμα’. Ο μέσο ρυθμός μεγέθυνσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ 1953 και 1973 διαμορφώθηκε στο 6,8%. Το 1973 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα $10956 (σε τιμές 2011), τέσσερεις σχεδόν φορές υψηλότερο από ότι το 1952. Παράλληλα, η δραχμή παρέμεινε σταθερή απέναντι στο δολάριο για σχεδόν μια εικοσαετία και ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός. Σημαντικό ρόλο στη θεμελίωση της πορείας ανάπτυξης της περιόδου αυτής έπαιξαν οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή (Πρωθυπουργός 1955-1963).

Η περίοδος αυτή τελείωσε με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973 και το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο οδήγησε σε επιστράτευση, ύφεση (την πρώτη μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου) και την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας που είχε εγκαθιδρυθεί με το πραξικόπημα του 1967.

Η μεταπολίτευση του 1974, με την εκ νέου ανάληψη της Πρωθυπουργίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, οδήγησε στη δημιουργία της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, με την κατάργηση της βασιλείας μετά από δημοψήφισμα, νέο σύνταγμα και σταδιακή επούλωση των πληγών του Εμφυλίου Πολέμου. Το 1981 η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας).

Παρά το ότι η οικονομία ανέκαμψε μεταξύ 1975 και 1978, το 1979 η πορεία της ανεστράφη μετά τη δεύτερη διεθνή πετρελαϊκή κρίση. Από το 1980 η πορεία της χαρακτηρίστηκε από στασιμοπληθωρισμό, δημοσιονομική αποσταθεροποίηση, συνεχείς υποτιμήσεις της δραχμής και περιοδικές κρίσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλή ΑΕΠ στην περίοδο 1980-1984 διαμορφώθηκε στο 0,6%. Μετά το 1985 ο ρυθμός μεγέθυνσης ανέκαμψε. Στην περίοδο 1985-1999 ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 3,9%. Πρωθυπουργός κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1980 ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Μετά το 1990 έγιναν προσπάθειες αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας και αντιμετώπισης του υψηλού πληθωρισμού. Η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας έμεινε ωστόσο ημιτελής και εύθραυστη, λόγω της μεγάλης ανόδου του δημοσίου χρέους κατά την προηγούμενη δεκαετία και την έλλειψη των απαραίτητων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων. Η μείωση του πληθωρισμού και των ονομαστικών επιτοκίων επετεύχθη κυρίως λόγω της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής και την πολιτική της ‘σκληρής’ δραχμής. Ωστόσο, λόγω του μείγματος της πολιτικής, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση.

Το 2000 αποφασίστηκε η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη και η αντικατάσταση της δραχμής από το νέο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ. Αυτό οδήγησε σε άμεση μεγάλη πτώση των πραγματικών επιτοκίων, λόγω της εξάλειψης του κινδύνου υποτίμησης, μείωση των αποταμιεύσεων και άνοδο της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ διατηρήθηκε υψηλός μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Στην περίοδο 2000-2008 διαμορφώθηκε στο 3,2%. Παράλληλα όμως, η διεύρυνση του ανισοζυγίου επενδύσεων-αποταμιεύσεων και η επιδεινούμενη διεθνής ανταγωνιστικότητα οδήγησαν σε πρωτοφανή διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και σε συνεχή αύξηση του εξωτερικού χρέους.

Μετά το 2010 η Ελλάδα υπήρξε το πρώτο θύμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, λόγω του υψηλού εξωτερικού της χρέους, των δημοσιονομικών της ανισορροπιών και της αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργήσει ως δανειστής ύστατης προσφυγής. Μετά μία κρίση εμπιστοσύνης στις αρχές του 2010, η οποία εν μέρει προκλήθηκε και από πράξεις και παραλείψεις της τότε ελληνικής κυβέρνησης, οι αγορές απέσυραν την εμπιστοσύνη τους και το πρόγραμμα αναχρηματοδότησης του δημοσίου και εξωτερικού χρέους έμεινε μετέωρο.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υπογράψει ένα ‘μνημόνιο διάσωσης’ από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προέβλεπε χρηματοδότηση του χρέους της με όρο την υιοθέτηση ενός εμπροσθοβαρούς προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Λόγω των αδυναμιών του αρχικού προγράμματος προσαρμογής, υπήρξαν ακόμη δύο συμπληρωματικά προγράμματα, ένα το 2012 και ένα το 2015. Η εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών οδήγησε μεν σταδιακά στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής και εξωτερικής ισορροπίας, αλλά με κόστος τη βαθύτερη και μακρύτερη μεταπολεμική ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ 2008 και 2016 η Ελλάδα απώλεσε το 25% του συνολικού πραγματικού της ΑΕΠ, το κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 16% και η ανεργία ξεπέρασε το 25% του εργατικού δυναμικού.

Μετά το 2016 ξεκίνησε μία πορεία αναιμικής ανάκαμψης και τα προγράμματα προσαρμογής ολοκληρώθηκαν τελικά το 2018. Ωστόσο, η Ελλάδα παρέμεινε σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας στα πλαίσια της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ευρωζώνης.

Στις αρχές του 2020 η παγκόσμια και η ελληνική οικονομία ξαναμπήκαν σε μία βαθειά ύφεση λόγω της κρίσης της πανδημίας του κορωνοϊού. Η κρίση αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και δημιουργεί νέους προβληματισμούς για την πορεία τόσο της παγκόσμιας όσο και της ελληνικής οικονομίας.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης