Το ελληνικό κράτος είναι αποτέλεσμα του αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821. Ο αγώνας ήταν συνέπεια των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών ανακατατάξεων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Οι ανακατάξεις αυτές οδήγησαν στη δημιουργία μιας μικρής αλλά δυναμικής αστικής τάξης Ελλήνων, η οποία επιζητούσε την πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία από την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία βρισκόταν τότε σε μία πορεία στρατιωτικής, γεωγραφικής, διοικητικής και οικονομικής παρακμής.

Οι επιδιώξεις των πρωτοπόρων της ανεξαρτησίας, τις οποίες σταδιακά συμμερίστηκαν όλο και περισσότεροι Έλληνες, πήραν σάρκα και οστά με την κήρυξη της επανάστασης του 1821, η οποία τελικά έτυχε διεθνούς υποστήριξης και οδήγησε τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους.

Η έκταση του πρώτου ελληνικού κράτους ήταν ένα μικρό μόνο μέρος του ελλαδικού χώρου. Η Πελοπόννησος, μέρος της Στερεάς Ελλάδας και οι Κυκλάδες. Στη δημιουργία του ελληνικού κράτους έπαιξαν καθοριστικό ρόλο οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή η Μεγάλη Βρεταννία, η Γαλλία και η Ρωσία, οι οποίες, καθεμιά για τους δικούς τους λόγους, επεδίωκαν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η οικονομική ιστορία της Ελλάδας κατά τον 19ο αιώνα σημαδεύτηκε από την έλλειψη πόρων και την ανεπάρκεια των θεσμών του νεοσύστατου κράτους, την πολιτική αστάθεια, τα επαχθή δάνεια της Ανεξαρτησίας, τη Μεγάλη Ιδέα και τις παρεμβάσεις των Προστάτιδων Δυνάμεων.

H σύναψη του πρώτου και δεύτερου δανείου της Ανεξαρτησίας στην Αγγλία, από την προσωρινή διοίκηση της Επανάστασης, είχε θεωρηθεί ως επιτυχία πολύ σημαντικότερη από κάθε στρατιωτική νίκη. Χαιρετίστηκε ως η επιτυχής έναρξη «οικονομικών συμμαχιών» με τη Δυτική Ευρώπη, και κυρίως με την Αγγλία, και συνεπώς, διεθνής αναγνώριση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Τα δάνεια, όμως, των οποίων οι όροι έκδοσης ήταν ούτως ή άλλως επαχθείς, δεν χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό για τον οποίο συνομολογήθηκαν, αλλά για τη χρηματοδότηση του «υπέρ ηγεμονίας και πρωτείων αγώνα».

Η αδυναμία, αποπληρωμής του χρέους, μετά την πρώτη ‘πτώχευση’ το 1826, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της αξιοπιστίας της Ελλάδος για πολλά χρόνια.

Στις 30 Μαρτίου 1827, στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών, ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και επιφανής Έλληνας της διασποράς. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο Κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το Σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως αναθεωρήθηκε από τη Συνέλευση.

Στο εσωτερικό της χώρας, όταν ανέλαβε το 1828, ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, καθώς ο ίδιος υπήρξε θιασώτης του δόγματος της πεφωτισμένης δεσποτείας, ήταν η αναστολή του Συντάγματος και η διάλυση της Βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της Βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου διοικούμενου από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες.

Η οικονομία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους βασιζόταν κυρίως στον πρωτογενή τομέα, τη γεωργία και την κτηνοτροφία και την αλιεία.  Σημαντικό ρόλο έπαιζαν επίσης το εμπόριο και οι θαλάσσιες μεταφορές, αν και τα κυριότερα εμπορικά και ναυτιλιακά κέντρα του ελληνισμού βρίσκονταν εκτός της επικράτειας του νεοσύστατου κράτους. Δευτερεύοντα ρόλο έπαιζε η εξόρυξη μετάλλων και η βιοτεχνία, η οποία ήταν κυρίως οικοτεχνία.

Ο Καποδίστριας είχε την άποψη ότι οι λεγόμενες ‘εθνικές γαίες’, οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή του νέου κράτους μετά την αποχώρηση των οθωμανών ιδιοκτητών τους, θα έπρεπε να διανεμηθούν στους ακτήμονες αγρότες που τις καλλιεργούσαν. Ωστόσο, δεν πρόλαβε να υλοποιήσει την πολιτική αυτή.

Ο Καποδίστριας ίδρυσε Νομισματοκοπείο στην Αίγινα και καθιέρωσε τον Φοίνικα, ένα αργυρό νόμισμα με αναλογία εννέα μέρη αργύρου και ενός χαλκού, ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το τουρκικό γρόσι. Το όνομα του προέρχεται από το μυθικό πουλί Φοίνικα και συμβολίζει την αναγέννηση της Ελλάδας, το σύμβολο που αποτελεί και τον θυρεό της Φιλικής Εταιρείας.

Μόνο ένας μικρός αριθμός νομισμάτων κατασκευάστηκε λόγω της έλλειψης αργύρου, ενώ οι περισσότερες συναλλαγές στην Ελλάδα εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται με ξένα νομίσματα, κυρίως τουρκικούς παράδες και ισπανικά δίστηλα. Το 1831, η μετατρεψιμότητα του νομίσματος σε άργυρο ανεστάλη και εκδόθηκε χαρτονόμισμα για τη χρηματοδότηση των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Εκδόθηκαν τραπεζογραμμάτια αξίας 5, 10, 50 και φοινίκων. Επρόκειτο για την πρώτη αναστολή της μεταλλικής μετατρεψιμότητας του νομίσματος στη νεώτερη Ελλάδα. 

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας αμφισβήτησε έμπρακτα το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 με το οποίο δινόταν αυτονομία μόνο στην Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των Συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τελικά, το Ελληνικό κράτος αναγνωρίστηκε διεθνώς ως ανεξάρτητο κράτος το έτος 1830, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (περιλάμβανε τις Κυκλάδες, την Πελοπόννησο, και μέρος της Στερεάς Ελλάδας).

Λόγω της καχυποψίας απέναντι στον Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ι. Καποδίστρια (θεωρούνταν ρωσόφιλος), το 1830 η Αγγλία κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους πέτυχε συμφωνία με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις («Προστάτιδες Δυνάμεις») της μεταβολής του πολιτειακού σχήματος της χώρας, την επιβολή μοναρχίας και τη μετατροπή του ελληνικού κράτους σε βασίλειο. Οι ίδιες όρισαν, με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1832) τον 17χρόνο τότε Όθωνα Βασιλιά της Ελλάδας.

Ο Καποδίστριας, στη σύντομη θητεία του, έδωσε έμφαση στη συγκρότηση και τη θεσμική οργάνωση του κράτους και του στρατού, προωθώντας την ίδρυση νομικών, διοικητικών, οικονομικών και εκπαιδευτικών θεσμών. Ωστόσο, ο αυταρχικός τρόπος με τον οποίο κυβέρνησε οδήγησε σε συγκρούσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και τελικά στη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831.

Όταν έφθασε ο Όθων στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου/6 Φεβρουαρίου 1833, συνοδευόμενος από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας Armansperg, Maurer και Heideck, βρήκε τη χώρα πλήρως αποδιοργανωμένη. Η δε οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση ήταν σχεδόν απελπιστική.

Η αντιβασιλεία προώθησε την εσωτερική οργάνωση του κράτους κατά τα Βαυαρικά πρότυπα, τα οποία με τη σειρά τους βασίζονταν στο συγκεντρωτικό γαλλικό διοικητικό σύστημα. ∆ιατήρησε τα 7 υπουργεία που προϋπήρχαν (Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως, Οικονομικών, Στρατιωτικών, Ναυτικών) και δημιούργησε δημοσιονομικό παράρτημα στο υπουργείο Εσωτερικών. Οργάνωσε τη δικαιοσύνη, συνέταξε κώδικες και ίδρυσε  Ανώτατο Λογιστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, τα κεντρικά και επαρχιακά ταμεία και το Εθνικό Νομισματοκοπείο.

Με Βασιλικό διάταγμα της 8ης Φεβρουαρίου 1833 «περί ρυθμίσεως του νομισματικού συστήματος», αντικαθίσταται ο Φοίνικας με τη Δραχμή. 

Κατά την έναρξη της περιόδου της βασιλείας του Όθωνα συνήφθη δάνειο 60.000.000 γαλλικών φράγκων το οποίο εγγυήθηκαν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Όπως συνέβη και με τα δάνεια της ανεξαρτησίας, ελάχιστο μέρος του δανείου έφθασε στην Ελλάδα, και αυτό σπαταλήθηκε από τους Βαυαρούς.

Αργότερα, το 1841, ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα ως μία μικτή εκδοτική και εμπορική τράπεζα, κατά τα πρότυπα της Τράπεζας της Αγγλίας. Επιπλέον δόθηκε έμφαση στις εξαγωγές, κυρίως αγροτικών προϊόντων, ώστε να μπορούν να χρηματοδοτούνται τις αναγκαίες εισαγωγές.

 Το 1843 είχαμε τη δεύτερη πτώχευση, καθώς η Ελλάδα βρέθηκε σε αδυναμία να εξυπηρετήσει το δάνειο των 60.000.000 γαλλικών φράγκων.

Η διατύπωση της ‘Μεγάλης Ιδέας’ από τον Ι. Κωλέττη στις 14 Ιανουαρίου 1844, στη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης για το Σύνταγμα της 3ης Σεπτεμβρίου, αποτελεί τομή στην πορεία της νεοελληνικής ιδεολογίας. 

Μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους ζούσαν τότε 750.000 κάτοικοι, ενώ, σύμφωνα με ελληνικούς υπολογισμούς, οι Έλληνες εκτός των συνόρων ανέρχονταν σε περίπου 2.000.000. Χάρη στη ρητορική δεινότητα του Κωλέττη, η ‘Μεγάλη Ιδέα’ βρήκε μεγάλη απήχηση στο ελληνικό κοινό και σύντομα έγινε κτήμα ολοκλήρου του έθνους. Ο όρος όμως πολιτογραφήθηκε μέσα σε ασάφεια. Ο Ηπειρώτης πολιτικός έδωσε τότε στη ‘Μεγάλη Ιδέα’ ένα πνευματικό και πολιτισμικό περιεχόμενο: τη μεταλαμπάδευση των φώτων της Δύσης στην Ανατολή. Ο εκπολιτισμός της Ανατολής, δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα συνεπέφερε μοιραία (αλλά άδηλα) τον εξελληνισμό της. 

Σύντομα ωστόσο η ‘Μεγάλη Ιδέα’ προσέλαβε εδαφικό περιεχόμενο και ταυτίστηκε με την ανασύσταση του Βυζαντίου, δηλαδή τη δημιουργία μιας ελληνικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή.

Οι διεθνείς σχέσεις με τις δυνάμεις της Ευρώπης και των γειτονικών χωρών παρέμειναν τεταμένες, η αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει τα διεθνή της δάνεια της είχε δημιουργήσει προβλήματα αξιοπιστίας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, ενώ υπήρχε πολιτική αστάθεια και μεγάλη ανασφάλεια στην ύπαιθρο.

Η ελληνική οικονομία στο 19ο αιώνα βασιζόταν στο πρωτογενή τομέα. Κατά την περίοδο 1832-1871 η γεωργία ακολούθησε μια πορεία πολύ αργής ανάπτυξης, η οποία θα επιταχυνθεί μόνο κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η έλλειψη επενδυτικών και δανειακών κεφαλαίων και τα υψηλά ημερομίσθια της εποχής, οι απαρχαιωμένες μέθοδοι καλλιέργειας και συλλογής της παραγωγής, ο κατακερματισμός και η απομόνωση των αγορών εξαιτίας της απουσίας στοιχειώδους οδικού δικτύου και της κυριαρχίας της ληστείας στην ελληνική ύπαιθρο, η σύγχυση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης και η «διανομή με το σταγονόμετρο» των εθνικών γαιών μέχρι το 1871, υπήρξαν σοβαροί ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της γεωργίας και καταδίκασαν σημαντικά τμήματα της υπαίθρου σε υπανάπτυξη και οικονομική καθυστέρηση.

Όπως σε όλη τη Μεσόγειο, έτσι και στην Ελλάδα οι κυρίαρχες καλλιέργειες ήταν τα δημητριακά, η ελιά και το αμπέλι. Από τα 7,5 εκατομμύρια στρέμματα που καλλιεργούνταν το 1861, τα 6 καταλάμβαναν τα δημητριακά, κυρίως το σιτάρι (40%) και το καλαμπόκι (22%). Στην πραγματικότητα όμως, από τα έξι αυτά εκατομμύρια στρέμματα των δημητριακών δεν καλλιεργούνταν κάθε χρόνο παρά κάτι λιγότερο από τρία, καθώς, λόγω της έλλειψης λιπάσματος, για να μπορέσει η γη να παραγάγει και πάλι έπρεπε μετά από κάθε σοδειά να μείνει αχρησιμοποίητη για ένα χρόνο . Τα υπόλοιπα 1,5 εκατομμύρια στρέμματα ήταν φυτείες, από τις οποίες το 1/3 ήταν αμπέλια και άλλο τόσο σχεδόν ελιές.

Τα μικρά οικονομικά μεγέθη της χώρας, ο μικρός πληθυσμός, η περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της, η απουσία παραγωγικών μονάδων μεγάλου μεγέθους, καθήλωναν, σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, την εσωτερική εμπορική κίνηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Μόνο προς τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα δημιουργήθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις μια άξια λόγου εμπορική κίνηση, η οποία όμως, σε μεγάλο ποσοστό, τροφοδοτήθηκε από εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα.
Ωστόσο, το εμπόριο της χώρας συνδέθηκε με το εξωτερικό από πολύ νωρίς, από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Το εξωτερικό εμπόριο ήταν σχεδόν μόνιμα παθητικό για την Ελλάδα, η οποία είχε πολύ μεγαλύτερες εισαγωγές από εξαγωγές παρουσιάζοντας ένα διαρκές έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών.

Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του εξωτερικού εμπορίου ήταν μεγάλη. Όχι μόνο συνέβαλλε στην αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος της χώρας, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε και την πλέον αξιόπιστη πηγή εσόδων για τα δημόσια ταμεία. Τα έσοδα των τελωνείων αποτελούσαν ένα σημαντικό ποσοστό των δημοσίων εσόδων.

Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου αφορούσε γεωργικά προϊόντα. Λόγω του εμπορίου αναπτύχθηκαν και μία σειρά πόλεις με φυσικά λιμάνια, όπως η Ερμούπολη της Σύρου (το πιο σημαντικό εμπορικό και αστικό κέντρο έως το 1865-70), ο Πειραιάς (που σταδιακά εξελίχθηκε στο επίκεντρο του ελληνικού εμπορίου και της βιομηχανίας) και η Πάτρα (το λιμάνι της σταφίδας).

Περισσότερο από τα 2/3 της αξίας των εξαγωγών της Ελλάδας στο 19ο αιώνα αφορούσε γεωργικά προϊόντα, ποσοστό που διαρκώς διευρύνεται όσο βαδίζουμε προς το τέλος του αιώνα.

Στην κατηγορία αυτή την πρώτη θέση είχε η σταφίδα, που από μόνη της πλησίαζε σε αξία το 50% των συνολικών εξαγωγών, για να το ξεπεράσει μετά το 1865, όταν η Ελλάδα εμφανίζεται στις διεθνείς αγορές ως χώρα σχεδόν μονοεξαγωγική. Σε κάθε περίπτωση, η σημασία του συναλλάγματος που εισέρρεε στη χώρα από τις εξαγωγές σταφίδας υπήρξε πρωταρχική για τα καχεκτικά δημόσια οικονομικά του κράτους για όλον τον 19ο αιώνα.
Εκτός από γεωργικά προϊόντα η Ελλάδα εξήγε και ορυκτά μεταλλεύματα. που από το τέλος του 19ου αιώνα πλησίαζαν το 1/5 της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Το 1866 εξάγεται για πρώτη φορά μόλυβδος, προϊόν των ορυχείων του Λαυρίου και μέχρι το 1873 η αξία του διπλασιάζεται. Άλλα ορυκτά που εξάγονταν, ήταν τα μεταλλεύματα μαγγανίου, η σμύριδα και η θηραϊκή γη.

Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αντιπροσώπευαν πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου των εξαγωγών. Σε αυτές κυριαρχούν, με συνεχείς αυξητικές τάσεις, τα επεξεργασμένα δέρματα, ένδειξη ασφαλώς της μεγάλης άνθησης του κλάδου.

Η ανάγκη πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές επέβαλε στην Ελλάδα να υιοθετήσει τα νομισματικά συστήματα των προηγμένων χωρών της Ευρώπης, στην αρχή τον κανόνα αργύρου και κατόπιν τον διμεταλλισμό. Για πενήντα περίπου χρόνια, από την ίδρυση του νεότερου Ελληνικού κράτους, το νομισματικό σύστημα βασίσθηκε σε μεταλλικά νομίσματα, στην αρχή στο φοίνικα και κατόπιν στη δραχμή. Τα μεταλλικά αυτά νομίσματα ήταν σχετικά σταθερής αξίας, αν και παράλληλα με αυτά κυκλοφορούσαν ευρέως για μεγάλο διάστημα και φθαρμένα τουρκικά και ευρωπαϊκά νομίσματα.

Το νομισματικό αυτό σύστημα, μετά και την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας το 1841, ενίσχυσε τη δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς η Εθνική δεν ενέδιδε εύκολα στις απαιτήσεις έκδοσης νέων τραπεζογραμματίων. Ωστόσο, περιοδικές δημοσιονομικές διαταραχές οδηγούσαν αναπόφευκτα σε παύσεις της μετατρεψιμότητας του νομίσματος, καθώς η πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές ήταν δύσκολη, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανείων της Ανεξαρτησίας.

Η υπονόμευση της νομισματικής σταθερότητας από δημοσιονομικές διαταραχές, λόγω και των συχνών εξωτερικών περιπετειών, δεν περιορίσθηκε στην περίοδο αυτή. Είναι ένα διαρκές χαρακτηριστικό της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, έως και τα μέσα του 20ού αιώνα. Οι λίγες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Οι δημοσιονομικές δυσχέρειες, που αντιμετώπισε ο Καποδίστριας το 1831, και η αδυναμία σύναψης εξωτερικού δανείου οδήγησαν στο πρώτο επεισόδιο παύσης της μετατρεψιμότητας, με την αθρόα έκδοση χαρτονομίσματος. Όταν το 1832 οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν να χορηγήσουν στην Ελλάδα ένα μεγάλο δάνειο προκειμένου να στηρίξουν τη μοναρχία του Όθωνα, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή του διμεταλλισμού. Ο διμεταλλισμός θεσμοθετήθηκε στις αρχές του 1833, με τη εισαγωγή της δραχμής του Όθωνα. Στη πράξη όμως κυκλοφορούσαν κυρίως αργυρά νομίσματα, καθώς το χρυσό εικοσάδραχμο εκδόθηκε σε πολύ μικρές ποσότητες.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1843, νέες δημοσιονομικές δυσχέρειες οδήγησαν την Ελλάδα στη μονομερή αναστολή της εξυπηρέτησης του δανείου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (δεύτερη ‘πτώχευση’). Η διεθνής πολιτική αστάθεια του 1848 και οι νομισματικές της επιπτώσεις οδήγησαν στο δεύτερο βραχύβιο επεισόδιο παύσης της μετατρεψιμότητας. Η μετατρεψιμότητα της δραχμής επανήλθε το Δεκέμβριο του 1848. Στη δεκαετία 1854-1864, παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές δυσκολίες και την απειλή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου προκειμένου να διασφαλισθεί η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, η μετατρεψιμότητα σε άργυρο δεν χρειάσθηκε να ανασταλεί.

Ο Όθων κυβέρνησε απολυταρχικά, και συχνά αντιμετώπισε πολιτικά προβλήματα και κρίσεις. Το 1843 αναγκάστηκε να παραχωρήσει Σύνταγμα (Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου). 

Παρά την παραχώρηση Συντάγματος οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό, λόγω της πολιτικής του μονάρχη αλλά και οικονομικών προβλημάτων. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, όταν τα ξενικά κόμματα εξαφανίστηκαν, οι κυβερνήσεις κατέληξαν να είναι καθαρά αυλικές. 

Επιπλέον, οι σχέσεις του Όθωνα με τις Προστάτιδες Δυνάμεις παρέμειναν τεταμένες. Το 1857, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία όρισαν τη Διεθνή Οικονομική Εξεταστική Επιτροπή για να γνωμοδοτήσει για μέτρα που μπορούσε να λάβει η τότε κυβέρνηση για την αποπληρωμή του δανείου που πήρε η Ελλάδα το 1833 ως συνέπεια της στάσης που είχε κρατήσει η Ελλάδα κατά τον Πόλεμο της Κριμαίας. Η επιτροπή όρισε ότι η Ελλάδα μπορεί να αποπληρώνει τουλάχιστο 900.000 γαλλικά φράγκα το έτος, ποσό που θα μπορούσε να αυξάνεται όταν η χώρα θα είχε τη δυνατότητα. Η Ελλάδα πλήρωσε το 1860 και μετά σταμάτησε πάλι τις πληρωμές- για τρία ακόμη χρόνια (1861-1862-1863), ενώ προχώρησε σε νέα συμφωνία αναδιάρθρωσης – αποπληρωμής του χρέους το 1864.

Η έντονη παρέμβαση και η συνεχής παρουσία του Στέμματος στην πολιτική διαπάλη έφθειρε σταδιακά το ρόλο της μοναρχίας, συνέβαλε σε εντεινόμενες αντιδράσεις και στην πλήρη κατάρρευσή της μετά από μία σειρά από στρατιωτικά κινήματα το 1862. Με την κορύφωση των αντιδράσεων στο εσωτερικό, ο Όθων και η Αμαλία εγκατέλειψαν την Ελλάδα στις 23 Οκτωβρίου 1862 με αγγλικό πολεμικό πλοίο. Κατέφυγαν στο Μόναχο και αργότερα στη Βαμβέργη, αλλά ο Όθωνας δεν παραιτήθηκε επίσημα από τον θρόνο. Μετά από περίοδο μεσοβασιλείας, ο ελληνικός θρόνος δόθηκε από τις προστάτιδες δυνάμεις στον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο, που αναγορεύτηκε Βασιλιάς των Ελλήνων ως Γεώργιος Α΄.

Σύνδεσμος στις Πλήρεις Διαφάνειες της Διάλεξης