Στη διάλεξη αυτή, από τον διακεκριμένο οικονομικό ιστορικό κ. Ανδρέα Κακριδή, Επίκουρο Καθηγητή του Ιονίου Πανεπιστημίου και Επιστημονικό Υπεύθυνο του Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας της Ελλάδος, αναλύθηκε ο ρόλος της αμερικανικής βοήθειας της περιόδου 1947-1953 στη μεταπολεμική ανάκαμψη της Ελλάδας.

Ακολουθεί μία σύντομη περίληψη της διάλεξης

Ι Το Ιστορικό Υπόβαθρο

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε πολύ μεγάλο αντίκτυπο στην Ελλάδα, μια από τις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης. Με την υποδομή της να καταστρέφεται, τα εμπορικά δίκτυα να διαλύονται, τον προϋπολογισμό και το νόμισμα να κουρελιάζονται – ο υπερπληθωρισμός μαινόταν  από το 1941 – η Ελλάδα χρειαζόταν ουσιαστική βοήθεια μετά τον πόλεμο. 

Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω από μια πικρή εμφύλια διαμάχη, η οποία κλιμακώθηκε σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ 1947-49, προκαλώντας περαιτέρω αποστράγγιση των πόρων της χώρας.

Έτσι, η πρώιμη μεταπολεμική εμπειρία της Ελλάδας, χαρακτηρίστηκε από μια σημαντική εισροή εξωτερικής βοήθειας, που χορηγήθηκε –αν και απρόθυμα κατά καιρούς– από τους δυτικούς συμμάχους της, σε αναγνώριση των επικίνδυνων επιπτώσεων που θα είχε η οικονομική και πολιτική εκτροπή της Ελλάδας για την ίδια τη χώρα, καθώς και για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Σε τελική ανάλυση, αυτά ήταν τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου και η Ελλάδα ήταν μια από τις πρώτες καυτές ζώνες του.

Μεταξύ του 1944 και του 1955, η Ελλάδα έλαβε οικονομική βοήθεια ύψους άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων και άλλα 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια. Το 85% αυτής της ενίσχυσης προήλθε από τις ΗΠΑ, σχεδόν εξ ολοκλήρου με τη μορφή επιχορηγήσεων. Καθώς οι Βρετανοί απέσυραν την οικονομική τους βοήθεια στις αρχές του 1947 και η United National Relief and Rehabilitation Administration (UNRRA) τερμάτισε τις δραστηριότητές της, οι ΗΠΑ ανέλαβαν την ευθύνη παροχής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας, πρώτα βάσει του δόγματος του Truman (PL75) – που σχεδιάστηκε ειδικά για την Ελλάδα και την Τουρκία – και στη συνέχεια μέσω του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ανάκαμψης (ERP) και του Νόμου περί Αμοιβαίας Ασφάλειας (MSA).

Το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής βοήθειας ήρθε στη χώρα μεταξύ του 1947 και του 1953, μαζί με εκατοντάδες στρατιωτικούς και πολιτικούς υπαλλήλους των ΗΠΑ, οι οποίοι στελέχωσαν τις πολυπληθείς αποστολές διαχείρισης της βοήθειας και την πρεσβεία στην Αθήνα. Μερικοί κατείχαν ακόμη και ανώτερες θέσεις στην ελληνική διοίκηση και το στράτευμα, ή ενσωματώθηκαν σε βασικά υπουργεία και στην Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, τα δολάρια ήρθαν μαζί με όπλα, διασφαλίζοντας ότι ο εθνικός στρατός θα επικρατούσε στον πόλεμο, καθώς και με πολιτική επιρροή, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία ή τη διάσπαση κυβερνήσεων, ανασχηματισμούς υπουργικών συμβουλίων και επιρροή της πολιτικής. Τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών ήταν ανάμεικτα, αλλά κανένας απολογισμός της εμπειρίας της Ελλάδας με την αμερικανική βοήθεια δεν μπορεί να τα αγνοήσει.

Η βοήθεια συνέχιστηκε στη δεκαετία του ’50 και του ’60, αλλά μετά την επιτυχή ολοκλήρωση ενός προγράμματος σταθεροποίησης το 1953, η εξάρτηση της οικονομίας από την εξωτερική βοήθεια μειώθηκε γρήγορα. Τις επόμενες δύο δεκαετίες, η Ελλάδα σημείωσε ρεκόρ ανάπτυξης, δεύτερη μετά την Ιαπωνία στον ΟΟΣΑ.

Ωστόσο, η σημασία, εάν υπάρχει, της βοήθειας και της ανοικοδόμησης για την προετοιμασία του εδάφους για την επόμενη απογείωση παραμένει πολύ αμφισβητήσιμη, σε τι ότι μέχρι σήμερα είναι μια ιδεολογικά φορτισμένη συζήτηση.

ΙΙ Αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα: Τα Δεδομένα

Ενώ οι γενικοί στόχοι του σχεδίου Marshall ήταν σαφώς πολιτικoί, τα μέσα του ήταν οικονομικά: η αμερικανική βοήθεια προοριζόταν κυρίως για την αντιμετώπιση της έλλειψης δολαρίων της Ευρώπης, χρηματοδοτώντας τα εμπορικά της ελλείμματα και προωθώντας το εμπόριο και τις επενδύσεις, έως ότου η οικονομική δραστηριότητα ανακάμψει αρκετά ώστε να υπάρξει ανάκαμψη και των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Το αντίτιμο σε τοπικό νόμισμα των χρηματοδοτούμενων από την ενίσχυση εισαγωγών γινόταν διαθέσιμο στις δικαιούχες κυβερνήσεις ως συμπλήρωμα των εγχώριων αποταμιεύσεων και φορολογικών εσόδων

Συνεπώς, ο άμεσος οικονομικός αντίκτυπος του σχεδίου Marshall εκτιμάται σε ένα περιβάλλον που εστιάζει στον ρόλο των κεφαλαίων του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ανάκαμψης (ERP) στη χρηματοδότηση ξένων εισαγωγών, εγχώριων επενδύσεων και δημοσίων προϋπολογισμών. Τουλάχιστον από τον Milward (1984), τα αποτελέσματα αυτών των αξιολογήσεων διαπίστωσαν ότι ο όγκος των πόρων ERP ήταν πολύ μικρός για να έχει σημαντικό άμεσο αντίκτυπο και η έρευνα στράφηκε έτσι στις έμμεσες επιπτώσεις μέσω των οποίων η βοήθεια μπορεί να είχε σημασία για την ευρωπαϊκή ανάκαμψη – άρση συγκεκριμένων σημείων συμφόρησης, ενίσχυση της εμπιστοσύνης του ιδιωτικού τομέα, διάδοση της αμερικανικής τεχνολογίας και διαχειριστικών πρακτικών, ή οικοδόμηση της απαραίτητης συναίνεσης για τη σταθεροποίηση και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. Borchardt and Buchheim 1991, Eichengreen και Uzan 1992).

Ταυτόχρονα, ωστόσο, αναγνωρίστηκαν σημαντικές διαφορές στις εθνικές εμπειρίες, με τη βοήθεια να θεωρείται ότι διαδραμάτισε πολύ σημαντικότερο ρόλο σε χώρες όπως η Αυστρία και οι Κάτω Χώρες από ό,τι, για παράδειγμα, στο Βέλγιο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η θέση της Ελλάδας σε αυτό το φάσμα παραμένει άγνωστη, κυρίως λόγω των περιορισμένων δεδομένων και της σχετικής έλλειψης οικονομικής έρευνας σχετικά με την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο της χώρας. Αυτοί οι περιορισμοί καταλήγουν να υπερβάλλουν την ‘εξαιρετικότητα’ της Ελλάδας και να περιορίζουν το πεδίο του εγχώριου ιστορικού λόγου, ο οποίος παραμένει εξαιρετικά απορριπτικός για την οικονομική σημασία της βοήθειας.

Στη συνέχεια, παρουσιάζουμε κάποιες πρώτες συνολικές εκτιμήσεις του ρόλου της βοήθειας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Επικεντρωνόμαστε μόνο σε ορισμένα βασικά συγκεντρωτικά στοιχεία. 

Κάποιες πρώτες συνολικές εκτιμήσεις του ρόλου της βοήθειας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο είναι εντυπωσιακές. Συγκριτικά στοιχεία με βάση μόνο το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανάκαμψης (ERP), τοποθετούν την Ελλάδα στην κορυφή μεταξύ όλως των χωρών, με μέσες ετήσιες εισροές βοήθειας ίσες με 12,4% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με 2,2% για το σύνολο του ΟΕΟΣ (νυν ΟΟΣΑ) και 8,4% για την Αυστρία – τον επόμενο μεγαλύτερο αποδέκτη. Ωστόσο, η Ελλάδα έλαβε και πρόσθετη στρατιωτική βοήθεια ύψους 6,4% ετησίως, καθώς και βοήθεια μέσω άλλων προγραμμάτων. Όταν συνδυάζονται αυτές οι πηγές, οι εισροές ανέρχονται σε ένα επιβλητικό 20,3% ετησίως για τα έτη της εφαρμογής του σχεδίου Marshall, ή 18,5% για την ευρύτερη περίοδο 1947-53.

Με ετήσιες εισροές περίπου το ένα πέμπτο του ΑΕΠ, η σημασία των ξένων πόρων στη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης της Ελλάδας είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Αυτό αντιστρέφει μεγάλο μέρος της καθιερωμένης άποψης που θέλει την ξένη βοήθεια να έχει διαδραματίσει δευτερεύοντα ρόλο στην ανάκαμψη της Ελλάδας, και προσθέτει την Ελλάδα σε εκείνες τις χώρες όπου το σχέδιο Μάρσαλ είχε μία σημαντική – αναμφισβήτητα τη μεγαλύτερη – άμεση συμβολή στην οικονομική επιβίωση και ανάκαμψη της χώρας.

Αυτά τα ευρήματα ενισχύονται από μια πιο λεπτομερή ματιά στον ρόλο της βοήθειας στη χρηματοδότηση του ισοζυγίου πληρωμών, των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και των κρατικών δαπανών.

Ακόμα και χωρίς εισαγωγές κεφαλαίου, η μεταπολεμική Ελλάδα αντιμετώπιζε ένα αβυσαλλέο εμπορικό έλλειμμα: η απώλεια των άδηλων πόρων από τη ναυτιλία και τα μεταναστευτικά εμβάσματα, σε συνδυασμό με τη χαμηλή εξαγωγιμότητα του καπνού και των εμπορευμάτων (τις κύριες παραδοσιακές εξαγωγιμες καλλιέργειες της χώρας), σήμαινε ότι χρειάζονταν πόροι από το εξωτερικό για τη σίτιση του πληθυσμού. Οι εκτιμήσεις μας δείχνουν ότι η βοήθεια χρηματοδοτεί περίπου τα δύο τρίτα των μη στρατιωτικών εισαγωγών της χώρας για έξι χρόνια, καθώς και όλες τις στρατιωτικές εισαγωγές. Ακόμη και αν εξαιρεθούν οι τελευταίες, στοιχεία από τον ΟΕΟΣ (σημερινό ΟΟΣΑ) δείχνουν ότι καμία άλλη χώρα δεν εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το ERP για τη χρηματοδότηση του ισοζυγίου πληρωμών.

Όσον αφορά τις αντισταθμιστικές κυβερνητικές εισπράξεις, το ισοδύναμο των εισαγωγών που χρηματοδοτούνταν από τη βοήθεια σε τοπικό νόμισμα που εισέπραταν οι κυβερνήσεις, αυτές αναπόφευκτα αντιπροσώπευαν ένα σημαντικό ποσό, το μισό από το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση εγχώριων επενδύσεων. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι οι δημόσιες επενδύσεις μέχρι το 1953 χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από ξένους πόρους, τα τρία τέταρτα των οποίων προέρχονταν από την βοήθεια του δόγματος Truman και του σχεδίου Marshall. Έτσι, οι αμερικανικές ενισχύσεις αντιπροσώπευαν πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών επενδύσεων κατά την περίοδο ανοικοδόμησης, με ιδιαίτερη ένταση σε τομείς όπως οι υποδομές (δρόμοι, λιμάνια, σιδηρόδρομοι), εγγειωβελτιωτικά έργα στη γεωργία και η δημόσια στέγαση (κυρίως λόγω των χιλιάδων καταφυγίων που κατασκευάστηκαν για πρόσφυγες πολέμου). Έργα ορόσημα, όπως η δημιουργία της υπηρεσίας διάθεσης γεωργικών προϊόντων, η αναδιοργάνωση της παροχής δημόσιας υγείας, η ολοκλήρωση των εθνικών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και η ίδρυση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, οφείλουν επίσης πολλά στον προγραμματισμό, τους πόρους και το διοικητικό σχέδιο των αποστολών της βοήθειας.

Από την άλλη πλευρά, αυτοί που εκφράζουν αμφιβολίες για τα οφέλη της Ελλάδας από την εξωτερική βοήθεια τονίζουν τις διαδοχικές περικοπές στον επενδυτικό προϋπολογισμό, ο οποίος υπολείπεται των αρχικών προσδοκιών, ιδίως σε ότι αφορά στις βιομηχανικές επενδύσεις. Παρόλο που μια τέτοια κριτική μπορεί να είναι κατανοητή στα γραπτά των συγχρόνων – οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά σε αυτά τα προγράμματα και φυσικά απογοητεύονταν από τις καθυστερήσεις – είναι παράξενο κριτήριο για τους σύγχρονους ιστορικούς. Τα δεδομένα μπορεί να αποκαλύπτουν ένα έλλειμμα σε σχέση με τις αρχικές υποσχέσεις ή προσδοκίες, αλλά τέτοιες προσδοκίες εξαρτώνταν πάντα και από άλλες εξελίξεις (νομισματική σταθεροποίηση, γρήγορο τέλος στον εμφύλιο πόλεμο, κ.λπ.). Επιπλέον, τα στοιχεία υποδηλώνουν επίσης ότι ο μόνος λόγος που η Ελλάδα κατάφερε να διατηρήσει ένα επενδυτικό ποσοστό ισοδύναμο με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ διεξήγαγε έναν εμφύλιο πόλεμο, ήταν η μαζική εισροή ξένης βοήθειας. Όσον αφορά τα παράπονα σχετικά με τη σύνθεση των επενδύσεων, αυτά συνεπάγονται μια πολύ στενή συνταγή για το τι πρέπει να ήταν το ‘σωστό’ είδος επένδυσης. Θα ήταν περίεργο να περιμένουμε μια φτωχή γεωργική χώρα που επιδιώκει να κλείσει το διατροφικό της έλλειμμα να έχει το ίδιο επενδυτικό μοτίβο με τη Γαλλία στο πλαίσιο του σχεδίου Monnet.

Ωστόσο, η αναφορά σε επενδυτικές περικοπές επισημαίνει ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της ελληνικής εμπειρίας, δηλαδή το ότι οι πόροι βοήθειας έπρεπε συχνά να εκτραπούν από τις επενδύσεις στις τρέχουσες δαπάνες του προϋπολογισμού. Στην πραγματικότητα, περίπου το ένα τέταρτο των εισπράξεων μέσω του σχεδίου Marshall χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή μισθών του δημόσιου τομέα και άλλων τακτικών δαπανών, ιδίως για να αποφευχθεί η αναζωπύρωση του υπερπληθωρισμού σε μια χώρα όπου τα δημοσιονομικά ελλείμματα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν μόνο μέσω του εκδοτικού προνομίου. Αυτό μας φέρνει στην καθυστέρηση της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθεροποίησης, ένα βασικό κομμάτι του ευρύτερου παζλ της χρήσης της βοήθειας για την προώθηση μεταρρυθμίσεων.

ΙΙΙ. Πέρα από τα δεδομένα: Βοήθεια και Μεταρρυθμίσεις

Δεδομένης της εξάρτησης της Ελλάδας από τη βοήθεια, και των εκτεταμένων εξουσιών που παρέχονται σε ξένους αξιωματούχους, το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί οι αποστολές βοήθειας απέτυχαν να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη σταθεροποίηση της οικονομίας πριν από το 1953. Ένα δεύτερο ερώτημα αφορά στις συνολικές επιδόσεις της μεταρρυθμιστικής πολιτικής.

Οι περισσότεροι ιστορικοί παρουσιάζουν μια ζοφερή εικόνα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, με αναφορές που επικεντρώνονται στην κατανομή της ευθύνης μεταξύ των ΗΠΑ και της ελληνικής πλευράς.

Πρώτα απ ‘όλα, θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει την ίδια την έννοια της αποτυχίας πολιτικής: η κορυφαία αμερικανική προτεραιότητα στην Ελλάδα ήταν να κερδίσει τον πόλεμο, και αυτό επιτεύχθηκε μέχρι το καλοκαίρι του 1949. Ο ίδιος ο Marshall κατέστησε σαφές σε ένα τηλεγράφημα στην Αθήνα, ότι οι άλλοι στόχοι – συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής σταθεροποίησης – θα υπαχθούν σε αυτόν τον πρωταρχικό στόχο. Επιπλέον, ανεξάρτητα από τη δική τους επιρροή, οι Αμερικανοί παραγνώριζαν τη δυσκολία του να προσπαθήσουν να συμφιλιώσουν μια πρωταρχική προτεραιότητα στη στρατιωτική νίκη με την επιδίωξη οικονομικών μεταρρυθμίσεων (αυξήσεις φόρων, περικοπές στην πίστωση και μισθοί κ.λπ.) που απειλούσαν να αποσταθεροποιήσουν τον εύθραυστο πολιτικό συνασπισμό στη συμμαχία με τον οποίον στηριζόταν ο αντικομμουνιστικός τους αγώνας.

Αυτό μας φέρνει στην ελληνική πλευρά, της οποίας η αναβλητικότητα και η αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις αποδίδονται – ανάλογα με τις ιδεολογικές τάσεις του συγγραφέα – στις διαταραχές που προκλήθηκαν από τον εμφύλιο πόλεμο ή στην αρπακτικότητα μιας στενής οικονομικής ολιγαρχίας που διστάζει να επωμιστεί το μερίδιο των επιβαρύνσεων της ανασυγκρότησης που της αναλογεί. Η αναποτελεσματικότητα, η αδράνεια και η μυωπική αντιμετώπιση της δημόσιας διοίκησης επισημαίνονται επίσης από τους περισσότερους συγγραφείς. Παρόλο που κάθε ένας από αυτούς τους λόγους περιέχει κάποια δόση αλήθειας, κανένας δεν προσφέρει μια πλήρη και ικανοποιητική ερμηνεία της μεταρρυθμιστικής εμπειρίας της Ελλάδας: ο εμφύλιος πόλεμος έληξε στα μέσα του 1949, αλλά χρειάστηκαν άλλα δύο χρόνια για να ξεκινήσει ένα επιτυχημένο πρόγραμμα σταθεροποίησης. Η φοροδιαφυγή και η κερδοσκοπία της άρχουσας τάξης ήταν πανταχού παρούσες, αλλά άλλο τόσο ήταν και οι επιδοτούμενες καταναλωτικές δαπάνες και οι γενναιόδωρες αυξήσεις των μισθών, οι οποίες ήταν εξίσου επιζήμιες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αν και δεν απευθυνόνταν στην άρχουσα τάξη. Όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση, η αποτελεσματικότητά της αποκαθίστατο σαν από θαύμα κάθε φορά που ένα μέτρο δεν απειλούσε βασικά συντεχνιακά της συμφέροντα.

Πρόκειται για ένα ευρύ και περίπλοκο ζήτημα, οπότε στον μικρό χώρο που μένει δεν μπορώ παρά να ελπίζω να χαράξω την επιφάνεια. Υποστηρίζω ωστόσο ότι κάθε πλήρης ανάλυση της βοήθειας και των μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να εξετάσει λεπτομερέστερα τη θεσμική οργάνωση και την πολιτική οικονομία της τότε κατάστασης: οι εύθραυστες κυβερνήσεις συνασπισμού που χρειάζονταν απεγνωσμένα νομιμοποίηση στα μάτια του εκλογικού τους σώματος, εν μέσω εμφυλίου πολέμου, είναι αρκετά λογικό να επιδίδονται στην προσπάθεια να προσελκύσουν ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού, ενώ προτιμούν να αφήνουν την ξένη βοήθεια ή τον πληθωρισμό να αντισταθμίζει το κόστος των πολιτικών τους. Ειδικά όταν χρηματοδοτούνται από έναν ξένο δωρητή που επενδύει τόσο πολύ για να κερδίσει τον πόλεμο, ώστε η απειλή διακοπής της βοήθειας να μην έχει αξιοπιστία.

Όσον αφορά την πλευρά του δωρητή, η επιρροή του ήταν πιο περιορισμένη από ό,τι υποδηλώνει το συνολικό μέγεθος του αμερικανικού πορτοφολιού: η συνύπαρξη πολλαπλών αμερικανικών κέντρων με επικαλυπτόμενες δικαιοδοσίες και αντικρουόμενες επιδιώξεις, οι ασυμμετρίες πληροφόρησης μεταξύ της ελληνικής και της αμερικανικής πλευράς, καθώς και μεταξύ του αμερικανικού προσωπικού στην Αθήνα και την Ουάσινγκτον υπονόμευσε περαιτέρω την αποτελεσματικότητα των όρων της ενίσχυσης. Τα αρχεία των ΗΠΑ αναφέρουν πολλά περιστατικά εσωτερικών συγκρούσεων και διαφωνιών. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, σχηματίστηκαν συμμαχίες μεταξύ των Ελλήνων αξιωματούχων και των Αμερικανών ομολόγων τους στα αντίστοιχα τμήματα, διαπερνώντας το χάσμα δωρητών-παραληπτών. Περισσότερες από μία φορές, Έλληνες αξιωματούχοι χρησιμοποιήθηκαν από τους ξένους συναδέλφους τους για να κάνουν παρεμβάσεις, έως ότου η θέση των ΗΠΑ μετατοπιστεί προς μια κατεύθυνση πιο ευνοϊκή για τους στόχους ή τις απόψεις του υπουργείου τους. Η αυτονομία της Ελλάδας έναντι των ξένων δωρητών ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι θεωρείται συνήθως.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι καθυστερήσεις στην ελληνική σταθεροποίηση και τις μεταρρυθμίσεις είναι προϊόν μιας σύνθετης πολιτικής οικονομίας και συγκεκριμένου θεσμικού σχεδιασμού. Ένας πόλεμος φθοράς που διαμεσολαβείται από μια αδύναμη και κατακερματισμένη πολιτική τάξη, τα κίνητρα καθυστέρησης μιας πολιτικά επώδυνης σταθεροποίησης (Alesina και Drazen 1991), η εισροή ξένων κεφαλαίων, των οποίων η απειλή απόσυρσης δεν είχε αξιοπιστία, μείωνε και αναδιένειμε το κόστος αυτών των καθυστερήσεων. Υπό αυτή τη στενή έννοια, η περίπτωση της Ελλάδας δεν ταιριάζει με το επιχείρημα ότι τα κεφάλαια του σχεδίου Marshall θα έπρεπε να επιταχύνουν τις μεταρρυθμίσεις (DeLong και Eichengreen 1993). Μια πιο συμπαθητική ερμηνεία θα έπρεπε επίσης να εξετάσει τη σημασία αυτών των ‘καθυστερήσεων’ στο να επιτρέψουν την απαραίτητη ενοποίηση της πολιτικής εξουσίας και να αποτρέψουν τις πιο εκρηκτικές κοινωνικές αντιδράσεις, σε μια αδύναμη και αποθαρρυμένη χώρα.

© Ανδρέας Κακριδής

Σύνδεσμος σε ένα Σύντομο Βιογραφικό του Ανδρέα Κακριδή

Σύνδεσμος στο βιβλίο του Ανδρέα Κακριδή, Κυριάκος Βαρβαρέσος: Η Βιογραφία ως Οικονομική Ιστορία, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα