Στα τριανταπέντε χρόνια μεταξύ του 1863 και του 1898, οι θεσμικές αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις σταδιακά απέκτησαν δυναμική και οδήγησαν τη χώρα σε σημαντικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό μετασχηματισμό. 

Τα σημεία αναφοράς αυτού του μετασχηματισμού περιλαμβάνουν το Σύνταγμα του 1864, την αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης το 1875, τη ρύθμιση των δανείων της ανεξαρτησίας και την επάνοδο της Ελλάδας στις διεθνείς χρηματαγορές το 1879, τα μεγάλα δημόσια έργα, την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της ατμοκίνητης ναυτιλίας και την επέκταση των ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο διάδοχός του Όθωνα ήταν ένας Δανός πρίγκιπας, δευτερότοκος γιος του διαδόχου του θρόνου της Δανίας, ο οποίος έγινε ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄. Ο Γεώργιος βασίλεψε για μισό αιώνα, από το 1863 έως το 1913. Ήταν αγγλοφίλος και πρόθυμος να αποδεχθεί ένα πιο δημοκρατικό σύνταγμα.

Γεώργιος Α΄, Βασιλεύς των Ελλήνων, 1863-1913

Το Σύνταγμα του 1864

Με το σύνταγμα του 1864, η Ελλάδα έγινε μια από τις πρώτες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες στον κόσμο, ειδικά όταν η δημοκρατική αρχή ενισχύθηκε το 1875 με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης, δηλαδή ότι η κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου. Σε αντίθεση με τη Συνταγματική Μοναρχία του Όθωνα, το πολίτευμα μετατράπηκε σε Βασιλευομένη Δημοκρατία.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του νέου καταστατικού χάρτη της χώρας ήταν ότι επανέφερε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και διείπετο από τη δημοκρατική και όχι τη μοναρχική αρχή, δηλαδή αναγνωριζόταν πλέον το έθνος, ο ελληνικός λαός, και όχι ο μονάρχης, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας.

Ακόμη, καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, την αρχή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας η οποία θα διεξήγετο και θα διενεργείτο ταυτοχρόνως σε όλη την επικράτεια, το σύστημα της μιας (μονήρους) Βουλής τετραετούς θητείας, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ενώ κατήργησε τη Γερουσία.

Παραλλήλως, υιοθέτησε αρκετές από τις διατάξεις του Συντάγματος του 1844, προέβλεψε, όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα σύστασης από τη Βουλή «εξεταστικών των πραγμάτων επιτροπών». Επίσης, ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς και εκτάκτως τη Βουλή όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το περί διαλύσεως Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Τέλος, παρά το γεγονός ότι η πρόταση για υποχρέωση του στέμματος «όπως λαμβάνη τους υπουργούς εκ των Βουλών» απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία, η κατοχύρωση του δημοκρατικού χαρακτήρα του νέου πολιτεύματος, πέραν της καθιέρωσης για πρώτη φορά των δικαιωμάτων που ήδη αναφέρθηκαν, δεν άργησε να εκδηλωθεί, με την καθιέρωση της αρχής της ‘δεδηλωμένης’, το 1875.

Πολιτικές Εξελίξεις, 1863-1898

Ωστόσο, η πρώτη περίοδος της Βασιλείας του Γεωργίου ήταν πολιτικά ασταθής, καθώς από το 1863 έως το 1874 σημειώθηκαν περισσότερες από 20 κυβερνητικές αλλαγές, μεταξύ των κομμάτων των ‘ορεινών’ και των ‘πεδινών’. Ο πιο σημαντικός πολιτικός της περιόδου αυτής ήταν ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, ο οποίος προώθησε την αγροτική μεταρρύθμιση του 1871 και, αργότερα, τη ρύθμιση των δανείων της ανεξαρτησίας το 1878.

Μετά το 1874 αναδείχθηκε το πολιτικό άστρο του Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος από το 1875 έως το 1895 κυριάρχησε στην αναμορφωμένη ελληνική πολιτική. Ο Τρικούπης έγινε πρωθυπουργός επτά φορές και διοίκησε συνολικά πάνω από μια δεκαετία.Ο Τρικούπης ήταν ένας πολιτικός, ο οποίος επεδίωκε και προώθησε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις της πολιτικής και της οικονομίας, τις οποίες θεωρούσε ως προϋπόθεση για την υλοποίηση εθνικών επιδιώξεων όπως η ‘Μεγάλη Ιδέα’. Το αντίπαλο δέος του ήταν ένας παραδοσιακός πολιτικός της παλιάς σχολής, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, με τον οποίο εναλλάσονταν στην εξουσία.

Τρικούπης και Δηλιγιάννης στη Βουλή του 1878, Ελαιογραφία Νικολάου Ορλώφ, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Εδαφικές Επεκτάσεις

Επιπλέον, στην περίοδο αυτή το ελληνικό κράτος επεκτάθηκε γεωγραφικά, βασιζόμενο και στη συμβολή των Προστάτιδων Δυνάμεων. 

Το 1864 οι Άγγλοι παραχώρησαν στην Ελλάδα τα Επτάνησα, όπως είχαν υποσχεθεί, ως δώρο για το νέο βασιλιά. Επρόκειτο για την πρώτη εδαφική επέκταση του ελληνικού βασιλείου. Κατά την Βασιλεία του Γεωργίου επρόκειτο να ακολουθήσουν και άλλες, και να διπλασιασθεί σχεδόν τόσο το έδαφος όσο και ο πληθυσμός της Ελλάδας.

Το 1881, μετά από διαπραγματεύσεις που έγιναν σε εφαρμογή της Συνθήκης του Βερολίνου του 1878, προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας και έτσι συντελέσθηκε η δεύτερη σημαντική εδαφική επέκταση του Ελληνικού Βασιλείου. Η Συνθήκη του Βερολίνου τροποποίησε τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η οποία είχε υπογραφεί μετά τη νίκη της Ρωσίας στο Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78, και η οποία προέβλεπε τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας. Με τη συνθήκη του Βερολίνου που συνομολογήθηκε λόγω των αντιδράσεων των υπολοίπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και κυρίως της Βρετανίας, τα εδαφικά κέρδη της Βουλγαρίας περιορίστηκαν, ενώ προβλεπόταν και η ανεξαρτησία της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Η Ελλάδα είχε αντιδράσει και αυτή στη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Το άρθρο 24 της Συνθήκης του Βερολίνου προέβλεπε νέα χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων και με βάση αυτό προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το 1881 η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας.

Ωστόσο, αυτά τα εδαφικά κέρδη θεωρήθηκαν δευτερεύοντα σε σχέση με τη Μεγάλη Ιδέα. Για παράδειγμα, το Κρητικό ζήτημα πυροδοτούσε συνεχώς τα εθνικιστικά αισθήματα των Ελλήνων και πίεζε ιδιαίτερα τις ελληνικές κυβερνήσεις, καθώς οι Κρήτες επαναστατούσαν σχεδόν αδιάκοπα κατά των οθωμανικών αρχών.

Οικονομικές και Νομισματικές Εξελίξεις

Η οικονομία βρέθηκε πάντως σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις υπόλοιπες εθνικές επιδιώξεις και αποτελούσε την «αχίλλειο πτέρνα» του νέου κράτους.

Η οικονομία της Ελλάδος παρέμεινε βεβαίως μια αγροτική οικονομία σε όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Το 1871 έγινε για πρώτη φορά η διανομή μέρους των εθνικών γαιών στους ακτήμονες, στο πλαίσιο της αγροτικής μεταρρύθμισης από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου. 

Ένας πιθανός λόγος που το ελληνικό κράτος προχώρησε στην διανομή της γης οφείλεται και στην πτώση των εισπράξεων από το φόρο επικαρπίας που επιβαλλόταν στους αγρότες που μίσθωναν την κρατική γη. 

Η εκτίμηση ήταν ότι η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος θα ωφελούσε τα δημοσια οικονομικά, αφού το κράτος θα εισέπραττε χρήματα άμεσα από την πώληση και επιπλέον θα εισέπραττε πιό υψηλούς φόρους από την αύξηση της αγροτικής παραγωγής.

Ο ρόλος της βιομηχανίας έως το 1863 παρέμενε σχετικά ασήμαντος. Ελάχιστα κοινά είχε η βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας με τη βιομηχανική επανάσταση στη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη. Μέχρι το 1860, οι ελάχιστες βιομηχανικές μονάδες εξυπηρετούσαν τοπικές ανάγκες και αποτελούσαν εξέλιξη των παραδοσιακών μονάδων επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων, δηλαδή αλευρόμυλων, ελαιοτριβείων, βυρσοδεψείων και κλωστηρίων. Οι περισσότερες ήταν και παρέμειναν μονάδες μικρού μεγέθους, οι οποίες κατά βάση εξυπηρετούσαν τις τοπικές οικονομίες. 

Μετά το 1863 υπήρξε μια περίοδος ταχύτερης βιομηχανικής ανάπτυξης στη βάση της πολιτικής ενίσχυσης της βιομηχανίας από τις κυβερνήσεις του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και του Χαρίλαου Τρικούπη.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του Τρικούπη εντάθηκαν τα βήματα εκβιομηχάνισης της χώρας, έγιναν εγγειοβελτιωτικά έργα (αποξήρανση Κωπαϊδας) κατασκευάστηκαν σημαντικές μεταφορικές υποδομές (δρόμοι, σιδηρόδρομος, Ισθμός της Κορίνθου) και εκσυγχρονίστηκε ο στρατός και το ναυτικό. Ωστόσο, όλες αυτές οι πρωτοβουλίες χρηματοδοτήθηκαν με εξωτερικό δανεισμό, οδηγώντας τη χώρα σε νέα ‘πτώχευση’ το 1893, γνωστή από την ιστορική φράση «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», η οποία αποδίδεται στον Τρικούπη.

Μια σημαντική διαρθρωτική μεταβολή στην ελληνική οικονομία αποτελεί και ο σταδιακός εκχρηματισμός της, με την αύξηση της χρήσης της δραχμής τόσο ως μέσου πληρωμών όσο και ως μέσου διακράτησης πλούτου. Με την πάροδο του χρόνου, όλο και μεγαλύτερο ποσοστό των οικονομικών συναλλαγών λάμβανε χώρα μέσω της δραχμής και του τραπεζικού συστήματος. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της σταδιακής ανάπτυξης των θεσμών της οικονομίας της αγοράς, οι οποίοι βασίζονται στις συναλλαγές μέσω της χρήσης του χρήματος αλλά και της αύξησης της εμπιστοσύνης στην αξία του νομίσματος.

Ζήτηση Χρηματικών Διαθεσίμων ως προς το ΑΕΠ, 1833-1898

Η περίοδος 1863-1898 χαρακτηρίστηκε από μεγάλη δημοσιονομική και νομισματική αστάθεια. Βάση της δημοσιονομικής και νομισματικής αστάθειας ήταν η αναγκαιότητα για μεγάλες περιοδικές αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών.

Η Ελλάδα προσπάθησε ανεπιτυχώς να συμμετάσχει στη Λατινική Νομισματική Ένωση, η οποία δημιουργήθηκε το 1865, όταν η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ιταλία και η Ελβετία συμφώνησαν να συνεργασθούν για να διατηρήσουν το διμεταλλικό νομισματικό τους σύστημα.

Όμως, τα μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα, λόγω της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών μετά την επανάσταση της Κρήτης, οδήγησαν σε διετή παύση της μετατρεψιμότητας της δραχμής το 1868 και σε υπέρμετρη νομισματική επέκταση. Η μετατρεψιμότητα επανήλθε το 1870, αλλά η προετοιμασία για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Λατινική Νομισματική Ένωση καθυστέρησε, με συνέπεια να την προλάβουν, αφενός η κατάρρευση του διμεταλλισμού, και αφετέρου, νέες πολεμικές περιπέτειες, που οδήγησαν σε μονιμότερη αναστολή της μετατρεψιμότητας της δραχμής.
Μετά το Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877 και την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, η Ελλάδα χρειάστηκε να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για την ενσωμάτωση των δύο νέων αυτών περιφερειών. Ως εκ τούτου, παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο καθεστώς της αναγκαστικής κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων, ένα καθεστώς που επέτρεπε μεν την πιο άνετη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, με κόστος όμως τη νομισματική αστάθεια και τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις.

Αυξήσεις των Αμυντικών Δαπανών και Αναστολές της Μετατρεψιμότητας της Δραχμής, 1863-1898

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η δραχμή, η οποία έως τη δεκαετία του 1880 διατηρούσε σταθερή ισοτιμία απέναντι στη στερλίνα, εισήλθε σε μία μακρά περίοδο υποτίμησης και δεν μπόρεσε να μετάσχει ούτε στον κανόνα χρυσού, που επικράτησε διεθνώς μετά την κατάρρευση του διμεταλλισμού το 1879. Παρά τη βούληση των ελληνικών κυβερνήσεων, η έγκαιρη ενσωμάτωση της δραχμής στο σύστημα αυτό στάθηκε αδύνατη. Η προσπάθεια επαναφοράς της μετατρεψιμότητας το 1885 απέτυχε και πάλι λόγω των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων που προκάλεσε η επιστράτευση (‘ειρηνοπόλεμος’).

Η Ισοτιμία Δραχμής και Βρετανικής Στερλίνας,1833-1898

Εξωτερικός Δανεισμός και Πτώχευση του 1893 και Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος

Ωστόσο, μεταξύ 1879 και 1893 η χώρα είχε πιο εύκολη πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό, λόγω της ρύθμισης των δανείων της ανεξαρτησίας και των ευνοϊκών συνθηκών στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. 

Οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές αναφορικά με τα δάνεια της ανεξαρτησίας είχαν ξαναρχίσει μετά τη μεταπολίτευση του 1863, αλλά απέδωσαν καρπούς μόλις το Σεπτέμβριο του 1878, όταν η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ήρθε σε συμβιβασμό με τους κεφαλαιούχους.  

Στην περίοδο μετά το 1878 ο εξωτερικός δανεισμός ανέβηκε υπέρμετρα, τόσο για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων για τη βελτίωση των υποδομών από τις κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη, όσο και για τη χρηματοδότηση των αμυντικών δαπανών, των εδαφικών επεκτάσεων, της εξυπηρέτησης του συσσωρευμένου χρέους και των καταναλωτικών ελλειμμάτων του δημοσίου. Έτσι, η χώρα σταδιακά οδηγήθηκε συσσώρευση υψηλού εξωτερικού χρέους και τελικά στην ‘πτώχευση’ του 1893.

Προς τα τέλη αυτής της περιόδου η Ελλάδα βρέθηκε σε «υπαρξιακή κρίση» καθώς, λόγω της πτώχευσης του 1893 και της ήττας στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897, αναγκάστηκε να αποδεχθεί το 1898 την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Ωστόσο, η υπαρξιακή αυτή κρίση στα τέλη του αιώνα αποτέλεσε την ευκαιρία και το εφαλτήριο για μια νέα εθνική προσπάθεια, η οποία εκδηλώθηκε μετά τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Η Ελληνική Οικονομία κατά τον 19ο Αιώνα: Τρεις Μεσοχρόνιοι Κύκλοι Επέκτασης και Συρρίκνωσης, 1833-1898

Παρά τη μακροχρόνια στασιμότητα, η οποία αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της, η ελληνική οικονομία κατά τον 19ο αιώνα χαρακτηρίζεται επίσης από τρεις μεσοχρόνιους κύκλους επέκτασης και συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας καθώς και από τη σταδιακή μεταβολή της διάρθρωσης της παραγωγής.

Ο πρώτος κύκλος επέκτασης και συρρίκνωσης είναι αυτός της περιόδου 1833-1847. Κατά τα 15 αυτά χρόνια, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είχε ανοδική τάση στην περίοδο 1833-1838 και καθοδική τάση στην περίοδο 1838-1847. Η περίοδος της ανόδου φαίνεται να συνδέεται με την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους μετά την έλευση του Όθωνα, την εισροή των πόρων του δανείου των 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, αλλά και το χαμηλό σημείο εκκίνησης της ελληνικής οικονομίας. Η καθοδική περίοδος ήταν αρκετά μακρύτερη και οφείλεται ενδεχομένως στις δημοσιονομικές περικοπές των κυβερνήσεων του Όθωνα κατ’ επιταγήν των διεθνών δανειστών της Ελλάδας, στην απουσία επενδύσεων και την αρνητική διεθνή οικονομική συγκυρία.

Ο δεύτερος κύκλος είναι αυτός της περιόδου 1848-1877. Ο κύκλος αυτός είναι και ο μακρύτερος. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παρουσίασε ανοδική τάση στην περίοδο 1848-1862, κυρίως λόγω της μεγάλης ανόδου της αγροτικής παραγωγής την οποία προκάλεσε η μετακίνηση αγροτών από τα ορεινά προς τα πεδινά και η σταδιακή επικράτηση της εμπορευματικής γεωργίας και της καλλιέργειας της σταφίδας. Ακολούθησε μια καθοδική τάση ή στασιμότητα στην περίοδο 1863-1877. Η δεκαπενταετία της τελευταίας αυτής ύφεσης είναι η μακρύτερη περίοδος ύφεσης της ελληνικής οικονομίας.

Ο τρίτος κύκλος είναι αυτός της περιόδου 1878-1898. Ο εικοσαετής αυτός κύκλος είναι ο δεύτερος μακρύτερος. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παρουσίασε ανοδική τάση στην περίοδο 1878-1888 και καθοδική τάση ή στασιμότητα στην περίοδο 1889-1898. Η δεκαετία της ανόδου συμπίπτει με την οικονομική πολιτική ενίσχυσης των υποδομών και της βιομηχανίας από τις κυβερνήσεις του Χαριλάου Τρικούπη και η δεκαετία της καθόδου με τη διεθνή ύφεση της δεκαετίας του 1890, την πτώχευση του 1893, τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

Η Εξέλιξη του Πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, 1833-1898

Στη δεκαετία 1833-1842, η παραγωγή του πρωτογενούς τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, δασοπονία) αντιστοιχούσε στο 83% περίπου της συνολικής ελληνικής παραγωγής. Η γεωργία αντιστοιχούσε στο 53% του συνόλου και η κτηνοτροφία στο 30%. Η δευτερογενής παραγωγή (ορυχεία, κατασκευές, μεταποίηση) αντιστοιχούσε μόλις στο 1%, ενώ η τριτογενής παραγωγή (εμπόριο, υπηρεσίες) αντιστοιχούσε στο 16%. Με την πάροδο των χρόνων το ποσοστό της πρωτογενούς παραγωγής σημείωνε συνεχή πτώση και το ποσοστό των δύο άλλων τομέων παρουσίαζε συνεχή άνοδο. Στη δεκαετία 1889-1898, η πρωτογενής παραγωγή αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 64% του συνολικού ΑΕΠ της Ελλάδας, η δευτερογενής παραγωγή στο 14%, εκ του οποίου το 6% περίπου αντιστοιχούσε στα ορυχεία, και η τριτογενής παραγωγή στο 22%. Το ποσοστό της δευτερογενούς παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των ορυχείων, είχε σχεδόν δεκαπενταπλασιαστεί και το ποσοστό της τριτογενούς παραγωγής είχε αυξηθεί κατά το ένα τρίτο.

Πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτή την εξέλιξη; Έχουμε ήδη αναφερθεί σε κάποιους από τους οικονομικούς παράγοντες που επηρέασαν τη διάρθρωση της παραγωγής, όπως ήταν η αγροτική και η βιομηχανική πολιτική. Μια κατηγορία παραγόντων στην οποία δεν έχουμε αναφερθεί ως τώρα σχετίζεται με τις επιπτώσεις της σημαντικής αύξησης του ελληνικού πληθυσμού σε σχέση με τη διαθέσιμη γη.

Μεταξύ του 1833 και του 1898, ο πληθυσμός της Ελλάδας σχεδόν τριπλασιάστηκε. Από 770 χιλιάδες το 1833 σε 2 εκατομμύρια 450 χιλιάδες το 1898. Η ελληνική επικράτεια αυξήθηκε κατά 1,3 φορές περίπου, από 47,5 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα το 1833 σε 63,2 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 1898, ως αποτέλεσμα της προσάρτησης των Ιονίων νήσων (1864) και της Θεσσαλίας και της περιοχής της Άρτας (1881).

Η σχετικά ταχεία αύξηση του ελληνικού πληθυσμού σε σχέση με τη διαθέσιμη γη μπορεί να εξηγήσει τόσο τη σταδιακή αναδιάρθρωση της παραγωγής εις βάρος του πρωτογενούς τομέα όσο και τη σταδιακή, αν και χαμηλή, αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος, παρά την απουσία επαρκών αποταμιεύσεων, επενδύσεων και τεχνολογικής προόδου. Η αύξηση του πληθυσμού οδήγησε με μετακινήσεις από την παραδοσιακή γεωργία προς την εμπορευματική γεωργία, τη μεταποίηση και τις υπηρεσίες, η οποία οδήγησε τόσο στη μερική αναδιάρθρωση της παραγωγής, εντός και εκτός του αγροτικού τομέα. Λόγω της υψηλότερης παραγωγικότητας της εμπορευματικής γεωργίας, της μεταποίησης και των υπηρεσιών, αυτό οδήγησε στην, έστω και βραδεία, αύξηση της παραγωγικότητας και του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Συμπεράσματα για τον Ιστορικό Κύκλο 1821-1898

Τρία είναι τα κύρια επιτεύγματα αυτού του ιστορικού κύκλου: η δημιουργία και συγκρότηση του πρώτου ελληνικού κράτους, η εμπέδωση της εθνικής συνείδησης και η υιοθέτηση της Μεγάλης Ιδέας και τέλος η σταδιακή καθιέρωση των συνταγματικών και δημοκρατικών θεσμών.

Στο κύκλο αυτό η Ελλάδα λειτουργεί υπό την «προστασία» και τον ασφυκτικό έλεγχο τριών από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, της Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας, των Προστάτιδων Δυνάμεων, και ιδιαίτερα της Βρετανίας, οι οποίες παίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο για τις εθνικές όσο και για τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις.

Η Ελλάδα παραμένει κατά βάση μια φτωχή αγροτική οικονομία, λόγω της μορφολογίας του εδάφους, της χαμηλής παραγωγικότητας και της έλλειψης κεφαλαιακής υποδομής.

Χαρακτηρίζεται επίσης από ιδιαίτερα δημοσιονομικά προβλήματα, λόγω της ανάγκης για υψηλές κατά περιόδους αμυντικές δαπάνες και των περιορισμένων φορολογικών εσόδων, λόγω της στενότητας της φορολογικής βάσης και των διοικητικών της αδυναμιών. Ο υψηλός εσωτερικός και εξωτερικός δανεισμός και η αδυναμία εξυπηρέτησης των εθνικών δανείων την οδηγούν σε μακρές περιόδους νομισματικής αστάθειας και σε τρεις επώδυνες διεθνείς πτωχεύσεις, το 1826, το 1843 και το 1893.

Ο μετασχηματισμός της οικονομίας υπήρξε ιδιαίτερα αργός και το ποσοστό οικονομικής μεγέθυνσης ιδιαίτερα χαμηλό. Το μέσο ετήσιο ποσοστό αύξησης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου παρέμεινε στο 1% περίπου, και παρουσίασε έντονες βραχυχρόνιες και μεσοχρόνιες διακυμάνσεις. Ο κύριος προσδιοριστικός παράγων τόσο του μετασχηματισμού όσο και της ανάπτυξης της οικονομίας ήταν η αύξηση του πληθυσμού, η οποία οδήγησε τόσο στη μερική αναδιάρθρωση της παραγωγής, εντός και εκτός του αγροτικού τομέα, όσο και στην, έστω και βραδεία, αύξηση της παραγωγικότητας και του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος. Σημαντική πρόοδο σημείωσε επίσης και ο εκχρηματισμός της οικονομίας, με την όλο και μεγαλύτερη χρήση της δραχμής στις οικονομικές συναλλαγές και την επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η οικονομία βρέθηκε πάντως σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις υπόλοιπες εθνικές επιδιώξεις και αποτελούσε την «αχίλλειο πτέρνα» του νέου κράτους. Προς τα τέλη αυτού του κύκλου η Ελλάδα βρέθηκε σε «υπαρξιακή κρίση» καθώς, λόγω της πτώχευσης του 1893 και της ήττας στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897, αναγκάστηκε να αποδεχθεί την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.Ωστόσο, η υπαρξιακή αυτή κρίση στα τέλη του αιώνα αποτέλεσε την ευκαιρία και το εφαλτήριο για μια νέα εθνική προσπάθεια.

Σύνδεσμος στις Πλήρεις Διαφάνειες της Διάλεξης

Έλληνες και Κράτος, 1832-1880 Βίντεο Μουσείου Μπενάκη