Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ακολούθησε μία ακόμη περίοδος μεγάλης πολιτικής και οικονομικής αστάθειας.

Η περίοδος αυτή ξεκίνησε με επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική διαδικαδία, την κορύφωση του διχασμού με την εκτέλεση των έξι και την συνέχιση της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων με την έκδοση χαρτονομίσματος.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εθνική απογοήτευση και οργή που προκλήθηκε, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 ξέσπασε στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χίο και τη Λέσβο. Πρωτεργάτες του, οι οποίοι συνέστησαν Επαναστατική Επιτροπή, ήταν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας, ως εκπρόσωπος του στρατού της Χίου, και Στυλιανός Γονατάς, ως εκπρόσωπος του στρατού της Λέσβου, και ο αντιπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, ως εκπρόσωπος του ναυτικού. Τα στρατεύματα των πραξικοπηματιών επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και, με τη συνοδεία πολεμικών, έπλευσαν προς την Αθήνα. Εν των μεταξύ στην Αθήνα ο απόστρατος αξιωματικός Θεόδωρος Πάγκαλος είχε κινητοποιήσει υπέρ του πραξικοπήματος μια άλλη ομάδα αξιωματικών προσκείμενων προς το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με τον στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχτηκε ο γιος και διάδοχός του Γεώργιος Β΄. Στις 14 Σεπτεμβρίου τα στρατεύματα των πραξικοπηματιών κατέλαβαν την Αθήνα και στις 16 Σεπτεμβρίου σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σωτήριο Κροκιδά. Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά μία «Επαναστατική Επιτροπή», με επικεφαλής τον Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η Δίκη των Έξι

Το βράδυ της 14ης Σεπτεμβρίου 1922, όταν το πραξικόπημα είχε πλέον επιβληθεί, ακολούθησαν συλλήψεις των επικεφαλής των κυβερνήσεων της περιόδου 1920-1922 καθώς και ορισμένων υπουργών. Αρχικά πρόθεση ήταν να οδηγηθούν την επομένη στο θωρηκτό Λήμνος, να δικαστούν με συνοπτικές διαδικασίες και να τουφεκιστούν πάνω στο κατάστρωμα. Την πρόθεση αυτή η κυβέρνηση των πραξικοπηματιών δεν την έκρυβε, και τότε οι πρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας ζήτησαν να δικαστούν από νόμιμα δικαστήρια.

Τελικά οι πραξικοπηματίες μεθόδευσαν τη παραπομπή οκτώ κατηγορουμένων σε έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκασε σε θάνατο και άμεση εκτέλεση τους Γεώργιο Χατζανέστη, διοικητή της στρατιάς της Μικράς Ασίας, Δημήτριο Γούναρη, πρώην πρωθυπουργό, Νικόλαο Στρατό, πρώην πρωθυπουργό, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, πρώην πρωθυπουργό, καθώς και τους Νικόλαο Θεοτόκη και Γεώργιο Μπαλτατζή, υπουργούς επί των στρατιωτικών και οικονομικών αντίστοιχα στην κυβέρνηση Γούναρη. Δύο άλλοι κατηγορούμενοι πρώην υπουργοί καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Η τραγική αυτή εξέλιξη, η οποία έχει μείνει γνωστή ως «δίκη των έξι», ήταν η κορύφωση των ακροτήτων που χαρακτήρισαν τον διχασμό ο οποίος είχε ξεκινήσει με την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Δίκη των Έξι στο Έκτακτο Στρατοδικείο

Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία

Η «Επαναστατική Επιτροπή» προκήρυξε εκλογές για τις 16 Δεκεμβρίου 1923 για την ανάδειξη της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης η οποία και θα αποφάσιζε για το πολίτευμα της Ελλάδας. Ο Γεώργιος Β΄ αποχώρησε στο εξωτερικό και στις βουλευτικές εκλογές του 1923 επικράτησε το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Η Συντακτική Συνέλευση συνήλθε στις 2 Ιανουαρίου 1924 και στις 4 Ιανουαρίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση. Στις 6 Φεβρουαρίου ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, μετά από διαφωνία του για την προωθούμενη αλλαγή του πολιτεύματος σε αβασίλευτη δημοκρατία, και τη θέση του ανέλαβε ο Γεώργιος Καφαντάρης. Στις 24 Μαρτίου 1924 σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Στις 25 Μαρτίου 1924, με ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης η βασιλική δυναστεία κηρύχθηκε έκπτωτη, εγκαθιδρύθηκε προεδρευομένη δημοκρατία (Β΄ Ελληνική Δημοκρατία) και προκηρύχθηκε δημοψήφισμα. Προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλαβε ο ως τότε εκτελών χρέη αντιβασιλέα, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης.

Το δημοψήφισμα της 30ής Απριλίου 1924 επικύρωσε την καθιέρωση της προεδρευομένης δημοκρατίας με ποσοστό 70%. Ωστόσο, η περίοδος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας χαρακτηρίστηκε από συχνές επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή.

Το 1925 ο Θεόδωρος Πάγκαλος κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία, αναλαμβάνοντας αργότερα, μετά την παραίτηση Κουντουριώτη, και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Πάγκαλος ανατράπηκε με τη σειρά του το 1926, μετά από νέο πραξικόπημα του Γεωργίου Κονδύλη. Ο Κουντουριώτης επανήλθε ως Πρόεδρος και ο Κονδύλης ανέλαβε πρωθυπουργός, οδηγώντας τη χώρα σε εκλογές στις 7 Νοεμβρίου του 1926 με το σύστημα της απλής αναλογικής.
Μετά τις εκλογές του 1926 σχηματίστηκαν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις συνασπισμού υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, οι οποίες πιστώνονται με το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας το οποίο οδήγησε στην ένταξη της δραχμής στον διεθνή κανόνα χρυσού-συναλλάγματος του Μεσοπολέμου.

Το 1928 εξελέγη και πάλι στην πρωθυπουργία ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος κυβέρνησε ως το 1932, όταν καταψηφίστηκε στις εκλογές εξαιτίας της κορύφωσης της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της τέταρτης ελληνικής πτώχευσης. Σε αυτή την τετραετία πρόλαβε πάντως να προωθήσει αρκετές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Η Συνθήκη της Λωζάνης και η Ανταλλαγή Πληθυσμών

Στις 24 Ιουλίου 1923 υπογράφτηκε η Συνθήκη της Λωζάνης. Έξι μήνες νωρίτερα, στις 30 Ιανουαρίου 1923, είχε υπογραφεί η ελληνοτουρκική Σύμβαση της Λωζάνης, η οποία ρύθμιζε την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των Ελληνορθόδοξων κατοίκων από την Τουρκία και των Μουσουλμάνων κατοίκων από την Ελλάδα. Αυτή η Σύμβαση θα ίσχυε τόσο για αυτούς που παρέμεναν στις εστίες τους, όσο και για εκείνους που είχαν ήδη καταφύγει στην ομόθρησκη χώρα. Μάλιστα, η ανταλλαγή ίσχυσε αναδρομικά για όλες τις μετακινήσεις που έγιναν από τη μέρα που κηρύχθηκε ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος (18 Οκτωβρίου 1912). Από την ανταλλαγή αυτή εξαιρέθηκαν οι Έλληνες ορθόδοξοι από την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, καθώς και οι Μουσουλμάνοι από τη Δυτική Θράκη.

Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Λωζάνης, οι μετακινούμενοι πληθυσμοί θα απέβαλλαν την παλιά ιθαγένεια και θα αποκτούσαν την ιθαγένεια της χώρας στην οποία εγκαθίσταντο, θα είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν την κινητή τους περιουσία, θα είχαν δικαίωμα να πάρουν από το κράτος στο οποίο μετανάστευαν ως αποζημίωση περιουσία ίσης αξίας με την ακίνητη περιουσία που εγκατέλειπαν φεύγοντας και θα διευκολύνονταν στη μετακίνησή τους από τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής.

Η συμφωνία αυτή για ανταλλαγή πληθυσμών διέφερε από τις προηγούμενες. Καθιέρωνε για πρώτη φορά τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών και είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, ενώ οι μέχρι τότε συμφωνίες προέβλεπαν εθελοντική μετανάστευση κατοίκων κάποιων επίμαχων περιοχών.

Όταν έγινε γνωστή η υπογραφή της Σύμβασης και οι όροι της, οι πρόσφυγες που ήδη βρίσκονταν στην Ελλάδα αντέδρασαν έντονα. Η πραγματικότητα όμως, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την έξοδο χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες και την άρνηση από πλευράς Τουρκίας να δεχθεί την επιστροφή τους, ανάγκασε την ελληνική αντιπροσωπεία να συμφωνήσει. Εξάλλου, η υπογραφή της Σύμβασης υποβοηθούσε τις βλέψεις και των δυο χωρών για τη σταθεροποίηση και αναγνώριση των συνόρων τους, την επίτευξη πληθυσμιακής ομοιογένειας και την απρόσκοπτη ενασχόληση με τα εσωτερικά τους ζητήματα. Με βάση το άρθρο 11 της Σύμβασης της Λωζάνης ιδρύθηκε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Την αποτελούσαν έντεκα μέλη ( 4 Έλληνες, 4 Τούρκοι και 3 πολίτες ουδέτερων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κρατών) με αρμοδιότητα τον καθορισμό του τρόπου μετανάστευσης των πληθυσμών και την εκτίμηση της ακίνητης περιουσίας των ανταλλαξίμων.

Πληθυσμιακές, Οικονομικές και Κοινωνικές Διαστάσεις της Εισροής των Προσφύγων

Η αθρόα εισροή προς την ελληνική επικράτεια προσφύγων, κυρίως ελληνικής καταγωγής, οι οποίοι κατοικούσαν από την αρχαιότητα στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη και σε άλλα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που κατέρρευσε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε τεράστιο βραχυχρόνιο κόστος τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους ίδιους τους πρόσφυγες. Στη διαδρομή του χρόνου, όμως, συνέβαλε στη σταθεροποίηση των συνόρων της Ελλάδας και στην εθνική ενοποίηση. 

Η εισροή των προσφύγων προκάλεσε σειρά μεγάλων ανακατατάξεων σε εθνικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, τις οποίες κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα εν μέσω των ήδη διαμορφωμένων αρνητικών οικονομικών συνθηκών. Τα κύρια άμεσα προβλήματα ήταν η στέγαση, η δημιουργία υποδομών υποδοχής και εγκατάστασης, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων στη δημόσια υγεία και η επαγγελματική αποκατάσταση των προσφύγων.

Η υποχρέωση υποδοχής, περίθαλψης και ένταξης των προσφύγων ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει βοήθεια από την Κοινωνία των Εθνών (Κ.τ.Ε.) με δάνειο 10.000.000 λιρών Αγγλίας. Το 1923 ιδρύθηκε αυτόνομος οργανισμός με την επωνυμία «Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων» (ΕΑΠ), με έδρα την Αθήνα, υπό την εποπτεία της Κ.τ.Ε., με σκοπό την περίθαλψη και ενσωμάτωση των προσφύγων. Για την περίθαλψη και τη στέγασή τους διατέθηκαν πόροι του ελληνικού κράτους, συνεισφορές από ιδιωτικές οργανώσεις και βοήθεια από οργανισμούς όπως ο Βρετανικός Ερυθρός Σταυρός, ο Σουηδικός Ερυθρός Σταυρός, ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός, η YMCA κ.ά.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1928, ο αριθμός των προσφύγων ανερχόταν σε 1 εκατομμύριο 222 χιλιάδες και αντιστοιχούσε σε περίπου 20% του συνολικού πληθυσμού. 152 χιλιάδες είχαν φθάσει στην Ελλάδα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, κυρίως μετά τους διωγμούς που ακολούθησαν τους Βαλκανικούς Πολέμους, και οι υπόλοιποι μετά. 200 χιλιάδες περίπου, αφού έφθασαν στην Ελλάδα, μετανάστευσαν σε άλλες χώρες. Οι μισοί περίπου πρόσφυγες (627 χιλιάδες) προέρχονταν από τη Μικρά Ασία, 257 χιλιάδες από την Ανατολική Θράκη 182 χιλιάδες από τον Πόντο και οι υπόλοιποι από τη Βουλγαρία (49 χιλιάδες), τον Καύκασο (47 χιλιάδες), την Κωνσταντινούπολη (38 χιλιάδες) και άλλες περιοχές. Επιπλέον, με την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκατέλειψαν την Ελλάδα περίπου 500 χιλιάδες Μουσουλμάνοι και 92 χιλιάδες Βούλγαροι.

Προσφυγικός Καταυλισμός μετά την Ανταλλαγή Πληθυσμών

Η γεωγραφική κατανομή των προσφύγων στην ελληνική επικράτεια ήταν εξαιρετικά άνιση. Στη Μακεδονία αποτέλεσαν το 52,2% του συνολικού πληθυσμού, στη Δυτική Θράκη το 8,8%, στη Στερεά Ελλάδα το 25,1%, με τη συντριπτική πλειοψηφία να εγκαθίσταται στην Αθήνα, και στα νησιά του Αιγαίου μόλις το 4,6%.

Παρότι μεγάλο μέρος των προσφύγων εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο, σχεδόν οι μισοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στα δύο μεγάλα αστικά συγκροτήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, το 1907, οι κάτοικοι των αστικών και ημιαστικών περιοχών αντιπροσώπευαν το 23,9% του συνολικού πληθυσμού της (παλαιάς) Ελλάδας. Το 1920, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, αντιπροσώπευαν το 26,6% του πληθυσμού της (νέας) Ελλάδας. Το 1928, μετά την εισροή των προσφύγων, οι κάτοικοι των αστικών και ημιαστικών περιοχών αντιπροσώπευαν το 33,7% του συνολικού πληθυσμού.

Η απότομη αύξηση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα δημιούργησε μεγάλες κοινωνικές πιέσεις και εντάσεις. Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, ο πληθυσμός αυξήθηκε από 250 χιλιάδες το 1907, σε 450 χιλιάδες το 1920 και 802 χιλιάδες το 1928. Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, ο πληθυσμός αυξήθηκε από 176 χιλιάδες το 1920 σε 244 χιλιάδες το 1928. Για την εγκατάσταση των προσφύγων δημιουργήθηκαν νέοι συνοικισμοί στις παρυφές των δύο μεγάλων αστικών συγκροτημάτων, που κατοικούνταν αποκλειστικά από πρόσφυγες.

Σε ανθρωπιστικό και κοινωνικό επίπεδο οι μαζικοί θάνατοι από την εξαθλίωση, τις κακουχίες και τις ασθένειες, οι ψυχολογικές επιπτώσεις, οι άθλιες συνθήκες εργασίας και οι προσωπικές απώλειες υπήρξαν ένα τεράστιο κόστος για τους ίδιους τους πρόσφυγες. Επιπλέον, η αντιμετώπιση των προσφύγων από τις τοπικές κοινωνίες, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο, ήταν αρχικά ιδιαίτερα αρνητική.

Ωστόσο, μετά την αναγκαστική τους μετανάστευση, οι πρόσφυγες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας. Παρά το μεγάλο αρχικό κόστος, το μακροπρόθεσμο όφελος υπήρξε σημαντικό.

Εκτός από την αύξηση της προσφοράς εργασίας και τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς, τα έργα για τη στέγαση των προσφύγων, τα αποξηραντικά έργα, η οδοποιία, οι επικοινωνίες, η παραγωγή υφαντουργικών ειδών πρώτης ανάγκης, οι εμβολιασμοί του πληθυσμού και η κοινωνική περίθαλψη έγιναν στόχοι της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής και λειτούργησαν θετικά τόσο για τη λειτουργία του κράτους όσο και για την ελληνική οικονομία.

Σημαντική ήταν επίσης και η πολιτισμική προσφορά των προσφύγων, η οποία οδήγησε σε εμπλουτισμό της της πνευματικής ζωής και του πολιτισμού και συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας νέας πιο πλούσιας ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Πολιτικά οι πρόσφυγες πρόσκειντο σε πολύ μεγάλο βαθμό στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, όπως άλλωστε και οι αυτόχθονες των περιοχών που ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κατά συνέπεια, το προσφυγικό είχε συνέπειες και για την εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Η Οικονομική Αποσταθεροποίηση και τα Σταθεροποιητικά Προγράμματα 1926-1927

Κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής αστάθειας που ακολούθησε τη μικρασιατική καταστροφή, τα δημόσια οικονομικά ήταν εκτός ελέγχου, ο εξωτερικός δανεισμός ήταν αδύνατος και η προσφυγή στην εκδοτική μηχανή ήταν αναπόφευκτη για τις ελληνικές κυβερνήσεις.

Την ίδια περίοδο, νομισματική αστάθεια επικρατούσε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς οι ανισορροπίες που είχε προκαλέσει ο πόλεμος και οι υπερβολικές πολεμικές επανορθώσεις που είχαν επιδικασθεί στους ηττημένους, καθιστούσαν την επαναφορά του κανόνα χρυσού στις προπολεμικές ισοτιμίες εξαιρετικά δύσκολη.

Μία πρώτη προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής και περιορισμού της νομισματικής επέκτασης έγινε το 1924. Ωστόσο η πολιτική, δημοσιονομική και νομισματική αστάθεια επανήλθαν.

Στις 4 Δεκεμβρίου ορκίστηκε οικουμενική κυβέρνηση πέντε πολιτικών κομμάτων, υπό τον Αλέξανδρο Ζαϊμη, η οποία ανέλαβε το δύσκολο έργο της δημοσιονομικής και νομισματικής εξυγίανσης.

Η κυβέρνηση Ζαϊμη κατέστρωσε και εκτέλεσε με επιτυχία ένα διετές σταθεροποιητικό πρόγραμμα, με στόχο την εξισορρόπηση των δημοσίων οικονομικών, το διακανονισμό των πολεμικών χρεών και τη σταθεροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής, με τη συμβολή και των ξένων πιστωτών της χώρας οι οποίοι την υποχρέωσαν να επιδιώξει και πάλι τη συμμετοχή της στο διεθνή κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Συνέδεσαν την υποχρέωση αυτή με την ίδρυση το 1928 μιας ανεξάρτητης, αμιγώς εκδοτικής, τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος.

Εξέλιξη των Συναλλαγματικών Ισοτιμιών της Δραχμής, 1910-1940

Παρά τη διεθνή νομισματική αστάθεια της περιόδου αυτής, και τη μεγάλη διεθνή ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 1930, η Ελλάδα παρέμεινε στον κανόνα χρυσού συναλλάγματος έως το 1932, όταν μετά μία συναλλαγματική κρίση έλαβε χώρα και η τέταρτη ελληνική ‘πτώχευση’, με αναστολή της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους. Μετά ένα κύκλο υποτιμήσεων, η δραχμή συνδέθηκε το 1933 με την ομάδα χωρών που διατηρούσε τον κανόνα χρυσού, και το 1936 εντάχθηκε στη ζώνη επιρροής της στερλίνας.

Από τη Β΄Ελληνική Δημοκρατία στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου

Μετά την πτώχευση του 1932 και την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου, στην εξουσία ανέβηκε το Λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη. Οι βενιζελικοί επιχείρησαν δύο αποτυχημένα στρατιωτικά κινήματα το 1933 και το 1935. Τελικά το 1935 ο Κονδύλης μετά από πραξικόπημα προκήρυξε δημοψήφισμα για την κατάργηση της Β΄Ελληνικής Δημοκρατίας και την παλινόρθωση της βασιλείας. Το Δημοψήφισμα του 1935 οδήγησε στην παλινόρθωση του Γεωργίου Β΄.

Στις 4 Αυγούστου του 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς, αρχηγός του κόμματος των Ελευθεροφρόνων, που είχε πάρει μόλις 4% στις εκλογές, με την ανοχή του Γεωργίου Β΄, κατέλυσε το κοινοβουλευτικό καθεστώς και επέβαλε δικτατορία. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου διατηρήθηκε ως τα τέλη του 1940 και την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Οικονομική Δραστηριότητα στην Περίοδο του Μεσοπολέμου

Παρά την πολιτική και νομισματική αστάθεια, η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν μία περίοδος άνθησης της οικονομικής δραστηριότητας, λόγω της άφιξης των προσφύγων μετά την Μικρασιατική καταστροφή, της συγκράτησης του κόστους εργασίας αλλά και της δασμολογικής προστασίας.

Εξέλιξη του Πραγματικού Κατά Κεφαλήν ΑΕΠ, 1899-1938

Μετά την πτώχευση του 1932 και έως την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη βοήθεια της δασμολογικής προστασίας και των συναλλαγματικών περιορισμών, η χώρα κατόρθωσε να διατηρήσει μια σχετική οικονομική και νομισματική σταθερότητα.

Παρά την πολιτική αστάθεια, τελικά η περίοδος του μεσοπολέμου αποδείχθηκε μία περίοδος συγκριτικά υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης. Μεταξύ 1922 και 1937, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέβηκε κατά περίπου 40% (από $3129 το 1922 σε $4414 το 1937), σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 2,4%.

Σύνδεσμος στις Πλήρεις Διαφάνειες της Διάλεξης