Γιώργος Αλογοσκούφης

Εστία (της Κυριακής), 9 Ιανουαρίου 2022

Το άρθρο αυτό βασίζεται στο πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Αλογοσκούφη, Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2021.

___________________________________________

Συμπληρώνονται φέτος 20 χρόνια από τη στιγμή που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το ευρώ σε φυσική μορφή, ως νόμιμο χρήμα για 12 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα έγινε δεκτή στη ζώνη του ευρώ το 2000, με δύο χρόνια καθυστέρηση σε σχέση τις υπόλοιπες 11 χώρες που εντάχθηκαν από την αρχή στη ζώνη το ευρώ, αλλά αρκετά έγκαιρα ώστε να υιοθετήσει το ευρώ ως νόμιμο χρήμα στις αρχές του 2002.

Λόγω των προβλημάτων της εφαρμογής της πολιτικής της σύγκλισης, η Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρωζώνη με ιδιαίτερα μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα και πολύ χαμηλή και επιδεινούμενη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Προφανώς, η απόφαση της ένταξής της έγινε με πολιτικά κριτήρια και όχι την αυστηρή ερμηνεία των οικονομικών κριτηρίων της συνθήκης του Maastricht. Αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν καθοριστικό και μοιραίο για τη μετέπειτα πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Η ένταξη στην ευρωζώνη, λόγω των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο της ένταξης, οδήγησε μεν στην αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού πληθωρισμού, αλλά είχε ως συνέπεια τη σημαντική επιδείνωση των προβλημάτων της πραγματικής οικονομίας.

Η μεγάλη μείωση των πραγματικών επιτοκίων και το αίσθημα ευφορίας που δημιουργήθηκε μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, οδήγησε αρχικά σε σημαντική αύξηση των εγχώριων επενδύσεων καθώς και σε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και μείωση των εθνικών αποταμιεύσεων. Αποτέλεσμα της αύξησης των επενδύσεων και της μείωσης των αποταμιεύσεων ήταν αρχικά η μεγάλη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης και της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, η μείωση της ανεργίας, αλλά και η πρωτοφανής διεύρυνση του ιδιωτικού δανεισμού και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η οικονομική ευφορία που δημιουργήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξη οφείλετο σε μεγάλο βαθμό στον εύκολο και φθηνό διεθνή δανεισμό.

Η αύξηση του ελλείμματος του εξωτερικού ισοζυγίου ενισχύθηκε και από την περαιτέρω αύξηση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων αμέσως μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ το 2000, αλλά και από τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, μέσω των υπερβολικών, σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, μισθολογικών αυξήσεων.

Αυτοί ήταν οι παράγοντες που, κατά την πρώτη δεκαετία μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, οδήγησαν σε παρατεταμένη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ συνολικής ζήτησης και παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, με δυσμενή αντανάκλαση στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το οποίο διευρύνθηκε σημαντικά, οδηγώντας σε μία δεκαετία πρωτοφανώς υψηλού διεθνούς δανεισμού.

Το Πραγματικό και το Δυνητικό ΑΕΠ, 1975-2019

Για σχεδόν δέκα χρόνια, πριν την κρίση του 2010, η χώρα χρηματοδοτούσε ένα μεγάλο μέρος της κατανάλωσης, των επενδύσεων και της οικονομικής της μεγέθυνσης μέσω ιδιωτικού και δημόσιου δανεισμού από τις διεθνείς χρηματαγορές. Ο διεθνής δανεισμός ήταν το εργαλείο που αφενός συντηρούσε την υψηλή εσωτερική ζήτηση και αφετέρου διευκόλυνε την αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Η Διεθνής Ανταγωνιστικότητα και το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

Μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, και τη μεγάλη διεύρυνση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η μόνη προσπάθεια προσαρμογής υπήρξε το σταθεροποιητικό πρόγραμμα της περιόδου 2005-2007. Ωστόσο, και το πρόγραμμα αυτό δεν μπόρεσε παρά να επιβραδύνει προσωρινά αυτές τις τάσεις, καθώς, αναπόφευκτα, ήταν ένα πρόγραμμα ήπιας προσαρμογής το οποίο επιχείρησε να ισορροπήσει μεταξύ των επιδιώξεων της στήριξης της απασχόλησης και της οικονομικής μεγέθυνσης από τη μία, και του περιορισμού των δίδυμων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης από την άλλη.

Όταν ξέσπασε η μεγάλη διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και ύφεση της περιόδου 2007-2009, οι τάσεις αυτές επιδεινώθηκαν. Όταν δε προκλήθηκε η ‘αιφνίδια στάση’ στο διεθνή δανεισμό της Ελλάδας το 2010, η πολιτική ισορροπία που είχε επικρατήσει στη χώρα μετά τη μεταπολίτευση, και η οποία καθόριζε τις κύριες επιλογές της οικονομικής πολιτικής, ανατράπηκε βίαια. Το 2010 η χώρα υποχρεώθηκε να υιοθετήσει ένα μείγμα οικονομικής πολιτικής βασισμένο σε μία μεγάλη και απότομη μείωση των εγχώριων επενδύσεων και σε αύξηση των αποταμιεύσεων, μέσω δημοσιονομικής λιτότητας και περικοπής των πραγματικών μισθών.

Τα προγράμματα προσαρμογής που εφαρμόστηκαν μετά το 2010 βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στη συρρίκνωση της εσωτερικής ζήτησης και προκάλεσαν μία καταστροφική σε βάθος και διάρκεια οικονομική καθίζηση. Ελάχιστα βασίστηκαν τα προγράμματα αυτά σε διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν, συν τω χρόνω, να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της οικονομίας με βάση αυξημένες εθνικές αποταμιεύσεις και επενδύσεις. Εξ ου και η ανάκαμψη μετά το 2017 υπήρξε ισχνή και σε καμμία περίπτωση επαρκής για να αντισταθμίσει τις μεγάλες απώλειες της μακράς περιόδου της οικονομικής καθίζησης.

Πως μπορούμε να αξιολογήσουμε συνεπώς την τελευταία εικοσαετία κατά την οποία η Ελλάδα συμμετέχει στην ευρωζώνη.

Χωρίς αμφιβολία, η ένταξη στην ευρωζώνη συνέβαλε στην αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού πληθωρισμού, ο οποίος ενδημούσε στην ελληνική οικονομία από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Στην εικοσαετία 2000-2019, ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτού) διαμορφώθηκε στο 1,9%, έναντι 15,3% κατά την προηγούμενη εικοσαετία, 1980-1999.

Ο Πληθωρισμός στην Ελλάδα, 1975-2019

Ωστόσο, τα αποτελέσματα της ένταξης στην ευρωζώνη για την πραγματική οικονομία ήταν κάθε άλλο παρά θετικά, ακόμη και πριν την πρόσφατη κρίση του κορωνοϊού.

Στην εικοσαετία 2000-2019, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο μετρά την εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου του μέσου Έλληνα, ήταν μόλις 0,4%, έναντι 0,8% κατά την προηγούμενη εικοσαετία, 1980-1999. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εικοσαετία 1960-1979 ο μέσος ρυθμός αύξησης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν 6,0%, υπερδεκαπλάσιος της περιόδου κατά την οποία η Ελλάδα έχει ενταχθεί στην ευρωζώνη.

Απογοητευτικά υπήρξαν τα αποτέλεσματα της ένταξης και για την εξέλιξη των πραγματικών μισθών. Στην εικοσαετία 2000-2019, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης των μέσων πραγματικών αποδοχών των μισθωτών ήταν ελαφρά αρνητικός, -0,04%, σχεδόν μηδενικός, έναντι θετικού ρυθμού 0,4% κατά την προηγούμενη εικοσαετία, 1980-1999. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εικοσαετία 1960-1979 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των πραγματικών αποδοχών των μισθωτών ήταν 6,0%.

Ακόμη πιο αρνητικά είναι τα αποτελέσματα της ένταξης για το ποσοστό ανεργίας. Στην εικοσαετία 2000-2019, το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 15,7%, έναντι 7,6% στην προηγούμενη εικοσαετία, 1980-1999. Το μέσο ποσοστό ανεργίας διπλασιάστηκε κατά την εικοσαετία της ένταξης στην ευρωζώνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εικοσαετία 1960-1979 το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας ήταν μόλις 3,7%.

Το Ποσοστό Ανεργίας στην Ελλάδα, 1975-2019

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεγάλη κρίση του 2010, η οποία καθόρισε και αυτά τα αρνητικά αποτελέσματα της εικοσαετίας της ένταξης για την πραγματική οικονομία, ήρθε ως νομοτελειακό, σχεδόν, αποτέλεσμα των επίμονων και μεγάλων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών ανισορροπιών που δημιουργήθηκαν κυρίως στη δεκαετία του 1980, σε συνδυασμό με τις μεγάλες αδυναμίες των προσπαθειών προσαρμογής που αναλήφθηκαν μετά τη δεκαετία του 1990. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρωζώνη με μεγάλα διαρθρωτικά και δημοσιονομικά προβλήματα και ιδιαίτερα χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Οι προσπάθειες προσαρμογής μετά το 1990, αλλά και μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, υπήρξαν άτολμες και ατελέσφορες λόγω των ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών πιέσεων για προστασία του βιοτικού επιπέδου των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Οι κοινωνικές αυτές πιέσεις, αλλά και η δυνατότητα οργανωμένων μειοψηφικών συμφερόντων να εμποδίζουν τις βλαπτικές για αυτά μεταρρυθμίσεις, συχνά οδηγούσε σε ατελέσφορες κυβερνητικές επιλογές, αναβολές και αλλαγές πορείας αναφορικά με τις κοινωνικά ωφέλιμες μεταρρυθμίσεις.

Σημαντικό ρόλο στην ελληνική κρίση έπαιξαν επίσης και οι θεσμικές αδυναμίες και ασυμμετρίες της ίδιας της ευρωζώνης και των ευρωπαϊκών μηχανισμών αντιμετώπισης κρίσεων.

Η ευρωζώνη παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες ως νομισματική ένωση. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες οικονομικές ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών μελών που την αποτελούν και χαμηλή διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων. Επιπλέον ούτε είχε ούτε έχει αποκτήσει έναν επαρκή ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που να μπορεί να απορροφά μέρος των ασύμμετρων οικονομικών διαταραχών στις διάφορες χώρες που την αποτελούν, και, επιπλέον, δεν επιτρέπει στην κεντρική της τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να λειτουργεί ελεύθερα ως δανειστής ύστατης προσφυγής στα κράτη-μέλη της σε περιόδους κρίσης. Η ευρωζώνη δεν ήταν καν μια τραπεζική ένωση. Η υιοθέτηση του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, μετά την πρόσφατη κρίση του κορωνοϊού είναι μία θετική εξέλιξη, αλλά μένει να αποδειχθεί το κατά πόσον θα θεσμοποιηθεί και θα ενισχυθεί σε μονιμότερη βάση.
Τι πρέπει όμως και τι μπορεί να γίνει στην Ελλάδα σήμερα; Η έξοδος από τη ζώνη του ευρώ δεν αποτελεί λύση, καθώς αφενός συνεπάγεται μεγάλους κινδύνους οικονομικής κατάρρευσης κατά τη διαδικασία της μετάβασης σε ένα, εκ των πραγμάτων, πιο αδύναμο εθνικό νόμισμα, και, πιο μεσοχρόνια, συνεπάγεται τον κίνδυνο επιστροφής στο μείγμα πολιτικής που οδήγησε στο στασιμοπληθωρισμό, την αποσταθεροποίηση και τα υπόλοιπα προβλήματα της δεκαετίας του 1980.

Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί ότι, παραμένοντας μέλος της ευρωζώνης, θα πρέπει εφεξής να προσαρμόσει τη διαρθρωτική και δημοσιονομική της πολιτική με τρόπο που να συνδυάζει την οικονομική σταθεροποίηση και ανάπτυξη με την ισορροπία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη ούτε πριν την κρίση του 2010, αλλά ούτε και στην περίοδο της εφαρμογής των προγραμμάτων προσαρμογής μετά την κρίση. Η αποτελεσματική σταθεροποίηση, προσαρμογή και ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια της ζώνης του ευρώ εξακολουθεί και παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας και η ανάκαμψη δεν θα πρέπει σε καμμία περίπτωση να συνοδευτεί με εκ νέου μεγάλη διεύρυνση των ελλειμμάτων του εξωτερικού ισοζυγίου. Επιπλέον, η ανάκαμψη θα πρέπει να επιδιωχθεί εντός της ζώνης του ευρώ, παρά τους περιορισμούς που συνεπάγεται η συμμετοχή της Ελλάδας σε μία νομισματική ζώνη με πολλές αδυναμίες και ασυμμετρίες.

_____________________________

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα Εστία